περιβάλλον και πολιτική

Posts Tagged ‘Σολωμός Σολωμού

κάποιες σκέψεις με αφορμή τον Κωνσταντίνο Κατσίφα

leave a comment »

Οφείλω να πω ότι στην αρχή ήμουν ιδιαίτερα επιφυλακτικός για όσα ακούσαμε ότι έγιναν, ανήμερα του ΟΧΙ, ανάμεσα στον νεαρό οπλισμένο Έλληνα και την αλβανική αστυνομία. Στην πορεία όμως -και μετά από τις αθλιότητες της ελλ. αστυνομίας, των media και των παρατρεχάμενων του σάπιου ελλαδίτικου συστήματος- και κυρίως μετά από την εξύβρισή του Κωνσταντίνου Κατσίφα («εθνίκι» και φασίστας) από καλοβολεμένους «προοδευτικούς» (και μάλιστα κουκουέδες στην συγκεκριμένη περίπτωση) άρχισα να το ψάχνω λίγο και μαζί να ψάχνομαι.

Τελικά τα συμπεράσματα για εμένα δεν ήταν δύσκολο να έρθουν και μαζί οι πιο κάτω απόψεις – θέσεις, που μέρος τους παρουσίασα στο ευρύτερα γνωστό «κοινωνικό δίκτυο».

Τώρα τα παρουσιάζω σε αντίστροφη σειρά. Το πρώτο (Α) είναι το ας πούμε το μνημόσυνο μου στο τελευταίο θύμα που χάθηκε για αυτή τη πατρίδα, που έχει αγαπηθεί πολύ, αλλά έχει ταυτοχρόνως και προδοθεί πολύ. Και τώρα βρίσκεται σε μία από τις χειρότερες μέρες και ώρες της, καθοδηγούμενη από ανθρώπους «στέρφους» και εσωτερικά ανυπόστατους. Τα Β, Γ  έχουν τις πιο πρώτες σκέψεις μου και το Δ τρεις φωτογραφίες από τα τρία φονικά. Γιατί τελικά ο Κωνσταντίνος είναι ο πιο πρόσφατος νεκρός σε μια σειρά από τρία απαράδεκτα, αδικαιολόγητα και τραγικά φονικά.

Α

Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας έρχεται απλά να συμπληρώσει τις θυσίες των Τάσου Ισαάκ και Σολωμού Σολωμού. Τρία παλικάρια, τρεις νέοι άντρες, λαϊκοί και μπορεί και απλοϊκοί, πάνω στα καλύτερά τους χρόνια. Αγαπούσαν τη μοτοσυκλέτα τους, είχαν το τσιγάρο στο στόμα, ο πιο πρόσφατος έβγαζε και «΄σελφι». Κοινά τους σημεία: ζούσαν στις άκρες του εθνικού χώρου, στον ακραίο Νότο και στον ακραίο Βορρά, πέρα από τα επίσημα σύνορα του ελληνικού κράτους. Αγαπούσαν και τιμούσαν την ελληνική σημαία. Ήταν αψήφιστοι, παράλογοι και ανόητοι για τα μάτια των πολλών. Χάθηκαν κοροϊδίστικα. Για ένα γινάτι, για ένα πόνο στη καρδιά που τους έκαιγε και δεν τους άφηνε να ησυχάσουν. Η λογική τους ήταν στον αντίποδα της λογικής: «μα τι θέλατε να κάνουμε πόλεμο για μια βραχονησίδα;». Μόνο που στη δική τους λογική το πρώτο αίμα που ήταν διατεθειμένοι να χύσουν ήταν το δικό τους. Και το έπραξαν. Συνεπείς σε αυτό που καταλάβαιναν σαν ελληνικότητα και νόημα ζωής, έτσι όπως με το γάλα της μάνας τους το έκαναν σώμα, λογισμό και ψυχή τους.

Θυσιάσθηκαν και πάνω από τα σώματά τους έγιναν αγώνες ή παίχθηκαν παιχνίδια ή και απλώθηκε η ύβρις των δειλών, των προοδευτικών, των νομοταγών ή φάνηκε η ψευτιά και η υποκρισία πολλών, σπουδαίων και μη.

Μα πάνω από τις ελληνικές σημαίες που σκέπασαν και τους τρεις ακούμπησε αυτός ο λαός, έχυσε τα δάκρυα του που έχουν ποτίσει αυτή τη γη και το ιερό δέντρο της ελευθερίας του.

Γιαυτούς λοιπόν:

«Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!»

(απόσπασμα από το ΣΤ’, στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» (1945) του Οδυσσέα Ελύτη)

Β

Εσείς θα θέλατε να είστε Βορειοηπειρώτης; Να σας σκοτώνουν τα παιδιά και να μένουν άταφα; Η χώρα σας που είναι δίπλα σας να μην κάνει τίποτε για εσάς εκτός από μερικά ψευτόλογα; Θα μένατε στον τόπο σας η θα φροντίζατε να ξενιτευτείτε;

(Μιλάμε για την τελευταία μειονότητα Ελλήνων εκτός του κρατικού μορφώματος).

Αλλά σιγά-σιγά θα καταλάβουν οι κάτοικοι του κρατικού μορφώματος ότι έτσι όπως το πάνε:

«Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα,
Δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει…»
(απόσπασμα από το γνωστό ποίημα που αποδίδεται στον Μπρεχτ, αν και παρουσιάζεται πλέον άλλος ως δημιουργός του).

Γ

Με εξανάγκασαν οι υβριστές του πεθαμένου παλικαριού να κοιτάξω το προφίλ του. Από εκεί και το πιο κάτω. Κατά την αντίληψή μου αυτό που συνέβη ήταν προδιαγεγραμμένο. Δεν χωρά κίνημα ελληνικά εθνοπατριωτικό εντός της Αλβανίας. Λογικό για τους Αλβανούς. Για τους Έλληνες όμως του ελληνικοκρατικού μορφώματος; Δεν χωρά; Και δεν φτάνει που δεν χωρά αλλά πρέπει και να υβρίζεται; Υπ΄ αυτήν φυσικά την έννοια αίσχος για τους Κρητικούς προ αιώνος (επί Βενιζέλου παρεμπιπτόντως), αίσχος στους Κυπρίους της δεκαετίας του 50, αίσχος στους Μακεδονομάχους και σε τελική ανάλυση αίσχος και στους αγωνιστές του 21 (και φυσικά αίσχος και στους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης). Και ο νοών νοείτο…

(ακολουθούσε ανάρτηση του ίδιου του Κατσίφα στο fb, της 19 Οκτ, εννέα μέρες πριν την δολοφονία του με το:

«Πότε θα κάμει ξαστεριά,
πότε θα φλεβαρίσει,να πάρω το ντουφέκι μου🇬🇷!!!» και video να το τραγουδά ο Ξυλούρης).

Δ

Ακολουθούν τρεις φωτογραφίες από τους δολοφονημένους Έλληνες:

Η στιγμή της δολοφονίας του Τάσου Ισαάκ.

+11/8/1996

περισσότερα στο https://el.wikipedia.org/…E%BA

Δευτερόλεπτα πριν την δολοφονία του Σολωμού Σολωμού

+14/8/1996

περισσότερα στο https://el.wikipedia.org/wik…8D

cache_726x510_crop_medium_607692_86649_8112018

Η κηδεία του Κωνσταντίνου Κατσίφα, δέκα μέρες μετά τον χαμό του

+28/10/2018