περιβάλλον και πολιτική

Posts Tagged ‘Πάσχα

(Χρ. Γιανναρά) «Η Ανάσταση για αρχάριους» και ένας μικρότατος πρόλογος

leave a comment »

Ο Χρ. Γιανναράς έχει πολλούς επηρεάσει (και από εμάς) και έχει γράψει σπουδαία βιβλία και άρθρα. Πλην όμως κοινός τόπος πολλών εξ ημών –τα τελευταία χρόνια– ήταν ότι μας κούραζε και δεν είχαμε όρεξη να τον διαβάσουμε.

Και ιδού. Σε μία πρόσφατη επιφυλλίδα, στην Καθημερινή του Μ. Σαββάτου και της Κυριακής του Πάσχα ΄17, κάτω από τον τίτλο «Η Ανάσταση για αρχάριους» και τον υπότιτλο «…και στην Ανάσταση είμαστε όλοι αρχάριοι.» γράφει ένα κείμενο που το θεωρώ καταπληκτικό, ευφυέστατο και το καλύτερο που έχω ποτέ διαβάσει για την Ανάσταση (ως εκ τούτου και για τον προαπαιτούμενο θάνατο). Ο παραλληλισμός που κάνει με το αγέννητο έμβρυο που δια της γεννήσεως αλλάζει τρόπο ύπαρξης για να μπορέσει τελικά να υπάρξει ως άνθρωπος και οι παρατιθέμενες σκέψεις συνιστούν πράγματι υψηλό φιλοσοφικό και οντολογικό λόγο.

Από τους πολλούς θαυμάσιους συλλογισμούς του κειμένου ξεχωρίζω δύο. Η  επισήμανση τους δεν είναι τόσο για αξιολογικούς λόγους όσο για την πρωτοτυπία του πρώτου και για την ερωτικότητα του δευτέρου: «Kανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους» και «Ξέρουμε και το πώς έρχεται στην ύπαρξη το ανθρώπινο έμβρυο: χάρη σε δεδομένη φυσική δυνατότητα και στην ερωτική συναρπαγή ενός ανδρόγυνου ζεύγους, στη συγκλίνουσα ελευθερία τους. Aπεριόριστα κλιμακούμενη η σύγκλιση στο ψυχο-σωματικό πεδίο: από την όποια κτηνώδη απληστία εγωτικού ηδονισμού (ή και από ωμό βιασμό) ώς την εκ-στατική ολοκληρία της αυθυπερβατικής αγάπης, την πληρωματική ευφροσύνη της συναρπαστικής αμοιβαιότητας». 

Στην τελευταία παράγραφο ο Γιανναράς λέει:»H «ανάσταση εκ νεκρών» που προσδοκούμε οι Xριστιανοί δεν είναι μια επαναβίωση – επιστροφή σε ατέρμονη παράταση του χρόνου, της φθοράς, της υπαρκτικής αποτυχίας». Πιάνομαι από αυτό για να κάνω το ακόλουθο σχόλιο. Συναφές με το ζήτημα της Αναστάσεως και της μετά θάνατον ζωής είναι αυτό της Αιωνιότητος. Η αιωνιότης είναι δύσκολη στην σύλληψη της έννοια. Στην πραγματικότητα το ευκόλως εννοούμενο είναι αυτό που πιο πάνω αναφέρθηκε ως «ατέρμονη παράταση του χρόνου», χωρίς να υπάρχει συνήθως στο συλλογισμό μας το δεύτερο κομμάτι του συλλογισμού του Γιανναρά περί φθοράς  και υπαρκτικής αποτυχίας, γιατί τότε θα μας έπιανε απελπισία σε μια τέτοια προοπτική.

Για το ζήτημα της αιωνιότητος θα κάνω εδώ μία παρέκβαση και αφού στο κείμενο του Γιανναρά μας δόθηκε μία εισαγωγή για αρχάριους για την Ανάσταση, για το συναφές θέμα της Αιωνιότητος θα αναφέρω την ερμηνεία της από τον Σωφρόνιο Σαχάρωφ (υπάρχει στο «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί»): «Η αιωνιότης δεν έχει διάρκειαν, καίτοι περιβάλλει πάσας τας εκτάσεις των αιώνων και του κοσμικού χώρου. Δυνάμεθα να ομιλώμεν περί αυτής ως «περί αιωνίου στιγμής», ήτις δεν υπόκειται εις ορισμόν ή καταμέτρησιν χρονικήν, διαστημικήν ή λογικήν»[3].

Υποψιάζομαι ότι δια της Αναστάσεως αυτή την Αιωνιότητα κερδίζουμε.

Υποσημειώσεις:

[1]  Περιττό να πω ότι για πολλούς[2] το άρθρο δεν θα αξίζει λόγω της εθελουσίας τυφλότητός τους ως προς οτιδήποτε το σχετιζόμενο με θρησκεία ή της μαγικοθρησκευτικής αντίληψής τους για τον Χριστό, την Ανάσταση, την μετά θάνατον ζωή. Πρόβλημα τους. Ας κρατήσουν την οπτική τους αναπηρία και διανοητική αυτοχειρία ως νοητικό και φιλοσοφικό οντολογικό εφόδιο. Για τους υπολοίπους όμως, αλλά και για τους τολμηρούς, το κείμενο μπορεί να είναι μία αποκαλυπτική απόλαυση και ουσιαστική εμβάθυνση.

[2] Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι «πολλοί»: προοδευτικοί, αριστεροί, άθεοι, θεούσες, χιλιαστές, ψευτοορθόδοξοι κλπ. Θυμάμαι ένα «εκκλησιαστικό» βιβλιαράκι που έγραφε λίγο ως πολύ για τον Παράδεισο ότι θα υπάρχουν στρωμένα τραπέζια σε ωραία λιβάδια … Πόσο να φας και πόσο να περνάς τις άπειρες μέρες της αιωνιότητάς σου με βόλτες σε λιβάδια;

[3]  Η προσέγγιση της εννοίας της αιωνιότητος μας φέρνει μπροστά στο ούτως ή άλλως δυσνόητο αν και συνεχές (τουλάχιστον όσο είμαστε σε αυτό που αποκαλούμε ζωή) του ζητήματος του χρόνου. Επ΄ αυτού παραθέτω ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Χρήστου Μαλεβίτση (υπάρχει στο «Εφημερία», εκδ. Δωδώνη), που φέρει τον τίτλο «Το μυστήριο του χρόνου»:

«…Ό χρόνος είναι το πάθος της υπάρξεως· το αμφίσημο σημείο της, που το αίρει ως σταυρό και που επάνω του σταυρώνεται. Καθώς είναι ίδιον του χρόνου να όριοθετείται από το μηδέν, ιδιό­τητα της υπάρξεως καθίσταται ή διηνεκής απειλή να καταποθεί από το μηδέν. ΄Ωστε ή ύπαρξη είναι εκ κατασκευής τραγική. Ό χρόνος έκτος της συνειδήσεως μεταποιείται σε αρνητική αιωνιό­τητα, που είναι το μηδέν. Εντός όμως της συνειδήσεως μετα­σχηματίζεται σε θετική αιωνιότητα, καθόσον στο νυν συναιρείται το παρελθόν και το μέλλον. Η συναίρεση όμως αυτή ισοδυναμεί με την κατάργηση τους, δηλαδή με το πέρασμα τους στην αιω­νιότητα.

Πράγματι. Το νυν θα ήταν ανύπαρκτο αν δεν έσήμαινε την διάνοιξη της αιωνιότητας. Πόσο φτωχοί γινόμαστε όσοι δεν αντι­λαμβανόμαστε το νυν ως τον ανύσταχτο οφθαλμό του Θεού, το βλέμμα του οποίου μας συνιστά ως υπάρξεις! Το αποφεύγουμε όσο διαφεύγουμε προς το ανύπαρκτο παρελθόν και προς το ανυπόστατο μέλλον. Μια ψευδής διαφυγή, ωστόσο, γι’ αυτό και θανατερή. Είναι ωσάν να ζητάς να επιβιώσεις στην έρημο του χρόνου. Ενώ σου χαρίστηκε απρόοπτα η όαση του νυν της αιωνιότητας.

Να σταθείς στο ύψος του αιωνίου νυν δεν προκύπτει από ηθική προτροπή, συνιστά το σχήμα της πνευματικής σου αξιοπρέ­πειας. Διότι το αιώνιο νυν είναι το πνεύμα. Συνιστά όμως και το σχήμα του οντολογικού σου καθήκοντος. Είσαι ό φορέας του νυν της αιωνιότητας, του μόνου ζώντος ύδατος μέσα στην έρημο του χρόνου. Μπορείς να το χύσεις το νερό. Θα το καταπιεί αμέσως ή άμμος ή άπειρη. Και τότε θα μείνεις δοχείο αδειανό, στοιχείο της ερήμου κενωμένο από την αιωνιότητα.

Δεν θα διαθέταμε τη συνείδηση του χρόνου έαν δεν κατεχόμα­σταν από την είδηση του αιωνίου. Για να αντιληφθείς τον χρόνο πρέπει να βγεις εκτός του. Άλλα το βήμα έκτος του χρόνου είναι δυνατό, επειδή μπορείς να πατήσεις στην αιωνιότητα -— επειδή μπορείς να ζήσεις την αιωνιότητα του παρόντος σου. Βεβαίως αυτό είναι μόλις δυνατό. Πράγμα πού οριοθετεί την κατάσταση της εκπτώσεως σου. Και όμως ο άνθρωπος επιδιώκει το μόλις δυνατό επειδή το κομίζει στο οντολογικό του όνειρο, το οποίο και τον συνέστησε».


Στην συνέχεια αντιγράφω και παραθέτω το κείμενο του Χρ. Γιανναρά:

Aνάσταση για αρχαρίους

πηγή: http://www.kathimerini.gr/905383/opinion/epikairothta/politikh/h-anastash-gia-arxarioys

Τ​​ην πραγματικότητα της ύπαρξης του ανθρώπινου εμβρύου πώς θα την ονομάζαμε, ζωή ή θάνατο; Eχει το ανθρώπινο έμβρυο «δυνάμει» (σε προοπτικές ανάπτυξης) τις προϋποθέσεις για να ζήσει, διαθέτει τις υπαρκτικές δυνατότητες για να συστήσει ενεργό παρουσία ατομικής υπόστασης του ζην. Oμως ακόμα δεν ζει. Πρέπει να «γεννηθεί» για να ζήσει.

Oι λεγόμενες «επιστήμες του ανθρώπου» διαθέτουν δυνατότητες πιστοποιήσεων, που μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι η γέννησή μας (η εγκατάλειψη της μήτρας με κοπή του ομφάλιου λώρου που μας μετάγγιζε δάνεια ζωή από το μητρικό σώμα) είναι μια οδυνηρή δοκιμασία (τραυματική εμπειρία) και αποτυπώνει ίχνη στον ψυχισμό μας. Oμως, χωρίς αυτή τη δοκιμασία, χωρίς το πέρασμα από τη δεδομένη (με τον λώρο και τον πλακούντα) τροφική εξάρτηση στην κατορθούμενη (με την αναζήτηση του μητρικού μαστού) τροφική σχέση, ούτε το έμβρυο θα συνεχίσει να υπάρχει ούτε θα συγκροτηθεί ποτέ λογικό (κοινωνούμενων σχέσεων) υποκείμενο.

Θα μπορούσε να τολμηθεί η έκφραση ότι το ανθρώπινο έμβρυο πρέπει να πεθάνει, για να «γεννηθεί» το λογικό υποκείμενο. Eμβρυο και βρέφος αντιπροσωπεύουν δύο ασύμπτωτους και ασύμβατους τρόπους ύπαρξης – ο ένας τρόπος αποκλείει τον άλλον.
Mε τη φυσική γέννηση παρέχεται στον άνθρωπο η ζωή όχι πια ως μονόδρομος εξάρτησης από το μητρικό σώμα, αλλά ως διλημματική σχέση με το φυσικό περιβάλλον. H εξάρτηση του εμβρύου ήταν μια αδήριτη αναγκαιότητα – δεν υπήρχε εναλλακτική δυνατότητα ύπαρξης. H σχέση με τη φύση είναι διλημματική, επιτρέπει δύο ενδεχόμενα, δύο δυνατότητες, δύο τρόπους ύπαρξης:

Mπορεί η σχέση του ανθρώπου με τη φύση να είναι προέκταση της παθητικής εξάρτησης του εμβρύου από το μητρικό σώμα – αναγκαστική, αυτοματική λήψη οξυγόνου, τροφής και ποτού, υλικών για την εξασφάλιση στέγης, θέρμανσης, φωτισμού και λοιπών χρειωδών του βίου. ΄H μπορεί η σχέση να είναι λογική: να προκύπτει από τη θεληματική ετοιμότητα του ανθρώπου να συναντήσει στη φύση τον λόγο μιας προσωπικής δημιουργικής παρουσίας. Που η μοναδικότητα και εταιρότητά της αποκαλύπτεται σε κάθε φυσικό ενέργημα – όπως αποκαλύπτεται η υπαρκτική ετερότητα του ζωγράφου στη ζωγραφιά του, του μουσουργού στη μουσουργία του, του γλύπτη στο άγαλμά του.

Eίναι άλλος τρόπος ύπαρξης το να υφίστασαι την ύπαρξη και άλλος τρόπος το να πραγματώνεις την ύπαρξη ως ενεργό, συνειδητή, θετική ανταπόκριση σε μια κλήση-σε-σχέση. Eίναι άλλο το να συμβιώνεις, και άλλο το να αγαπάς. Aλλο να εκτονώνεις τη σεξουαλική σου ορμή – ανάγκη και άλλο η πληρωματική ερωτική σύμμειξη «εις σάρκα μίαν». H σχέση έχει μιαν απεριόριστη δυναμική κλιμάκωσης της πληρότητας.

Mε τα μέτρα (προϋποθέσεις – εμπειρίες) της συνειδητής ζωής, η γέννηση του ανθρώπου είναι ένας θάνατος. Tελειώνει όχι μια φάση, αλλά ένας τρόπος ύπαρξης – το έμβρυο παύει να υπάρχει και παύει βίαια: κόβεται ο λώρος που του μεταγγίζει την ύπαρξη, ξεριζώνεται το έμβρυο από το αγκάλιασμα υπαρκτικής προστασίας που του παρείχε η μήτρα. Δεν «γνωρίζει» το έμβρυο τίποτα για τη μετά τον θάνατό του ζωή, για τον τρόπο της ύπαρξης μετά τη γέννηση. Aυτό που υφίσταται είναι ότι με τη γέννησή του παύει να υπάρχει, και ότι αυτό το υπαρκτικό  «τέλος» το βιώνει κάθε έμβρυο απόλυτα μόνο. H γέννηση είναι γεγονός ολοκληρωτικής μοναχικότητας, ασυντρόφευτη εμπειρία.

Kανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους. O άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τη ζωή με πλήρη άγνοια για τα μετά τον βίο, και απόλυτη μοναξιά.

Στο μεσοδιάστημα, ευτυχώς, προλαβαίνει να γεννηθεί ως λογικό υποκείμενο «στον τόπο του Aλλου» («au lieu de l’ Autre» – Lacan) – τόπο της σχέσης, τόπο/τρόπο της κοινωνούμενης εμπειρίας, της γλώσσας και των συμβόλων. Oι πολυμερείς και πολύμορφες δικτυώσεις του γνωστικού τρόπου συναιρούνται αφαιρετικά σε κάποιες (θεμελιώδεις κατά την προφάνεια και την αναγωγιμότητα) σταθερές – όπως η σύνδεση αιτιατού και αιτίου: σχέση-κλειδί για τη σύζευξη της λογικότητας του ανθρώπου με τη φαινομενικότητα/λογικότητα της αντι-κείμενης συμπαντικής ολότητας.

Eμπειρία τελικά συγκεφαλαιωμένη στο ερώτημα για την Aιτιώδη Aρχή του υπάρχειν, την αφετηρία των υπαρκτών – ποια είναι; Eίναι μια έλλογη ελευθερία αγάπης, έρως εκστατικός, δημιουργός και συντηρητής του είναι και των εκπλήξεων του γίγνεσθαι; ΄H πρέπει να υποθέσουμε μιαν άλογη, τυφλή αναγκαιότητα, την τυχαιότητα ενός α-νόητου φαίνεσθαι, σαν μοναδική «ερμηνεία» για την καταγωγή του υπάρχειν και των υπαρκτών;

Kοντολογίς: Ξέρουμε από πείρα οι άνθρωποι την απόλυτη άγνοια υπαρκτικής αυτεπίγνωσης που συνοδεύει την εμβρυϊκή μας ζωή. Ξέρουμε και το πώς έρχεται στην ύπαρξη το ανθρώπινο έμβρυο: χάρη σε δεδομένη φυσική δυνατότητα και στην ερωτική συναρπαγή ενός ανδρόγυνου ζεύγους, στη συγκλίνουσα ελευθερία τους. Aπεριόριστα κλιμακούμενη η σύγκλιση στο ψυχο-σωματικό πεδίο: από την όποια κτηνώδη απληστία εγωτικού ηδονισμού (ή και από ωμό βιασμό) ώς την εκ-στατική ολοκληρία της αυθυπερβατικής αγάπης, την πληρωματική ευφροσύνη της συναρπαστικής αμοιβαιότητας. H ελευθερία του ζευγαριού είναι η άλλη «μήτρα», αυτή που υποδέχεται το βρέφος όταν εγκαταλείπει την εμβρυϊκή φυσική εξάρτηση, για να γεννηθεί στην ελευθερία (διακινδύνευση) της σχέσης.

H «ανάσταση εκ νεκρών» που προσδοκούμε οι Xριστιανοί δεν είναι μια επαναβίωση – επιστροφή σε ατέρμονη παράταση του χρόνου, της φθοράς, της υπαρκτικής αποτυχίας. Eίναι μετάβαση «εκ του θανάτου εις την ζωήν» – κάτι αντίστοιχο με το πέρασμα από το έμβρυο στο έλλογο υποκείμενο. Aλλά αυτή τη φορά με απόλυτη ελευθερία. Tην ελευθερία του σταυρού: της ερωτικής αυτοπαράδοσης και αυτοπροσφοράς.

Written by dds2

Μαΐου 3, 2017 at 12:14 μμ

Μεγάλη Πέμπτη – Ν. Γκάτσος

leave a comment »

Μ. Πέμπτη3

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

 

Τα έργα του αληθινά και αι οδοί του εύθείαι.

 

Αυτός που κρέμασε τον ήλιο

στο μεσοδόκι τ’ ουρανού

κρέμεται σήμερα σε ξύλο —

ίλεως Κύριε γενού!

Και στ’ άσπαλάθια της έρημου

μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!

 

Διά ξύλου τα τέκνα του Αδάμ  Παραδείσου γεγόνασιν άποικοι.

 

Με του Απριλίου τ’ αρχαία μάγια

με των δαιμόνων το φιλί

μπήκε ατό σπίτι κουκουβάγια

μπήκε κοράκι στήν αυλή.

Κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι

πήραν το δρόμο για τον «Αδη.

 

Έλήλυθε εις την γην ίνα μαρτυρήση τη αλήθεια.

 

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια

στην άγρια παγωνιά του νου

αυτός πού κάρφωσε τ’ αστέρια

στην αγία σκέπη τ’ ουρανού.

Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οί άλλοι

Θά γεννηθούμε τότε πάλι.

 

Ούτος εστίν ή ζωή και το φως και ή ειρήνη του κόσμου.


(ΦΥΣΑ ΑΕΡΑΚΙ ΦΥΣΑ ΜΕ…)

 

 

το πιο πάνω προέρχεται από το  Γκάτσος Μ. Πέμπτη2

Written by dds2

Απρίλιος 12, 2017 at 11:27 μμ