περιβάλλον και πολιτική

Posts Tagged ‘κείμενα μου

μέχρι πότε μπορεί να παρακάμπτεται η συγκυρία των επιλογών στη δημοκρατία;

leave a comment »

Πρόχειρο σχόλιο στο “Ποιος δικαιούται να προστατεύσει τον λαό από τις επιλογές του; Το ιταλικό παράδειγμα”

Το άρθρο του Ευάγ. Βενιζέλου με τον πιο πάνω τίτλο δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ, την 3/6/18 και υπάρχει αναρτημένο στο http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=985483

Το ερώτημα που μου γεννάται είναι κατά πόσον η Δημοκρατία δεν είναι εν γένει ένα “συγκυριακό” καθεστώς/πολίτευμα/κατάσταση (και ο συγγραφέας του άρθρου θεωρεί ούτως ή άλλως δεδομένη τη συγκυριακή λειτουργία της δημοκρατίας). Δηλαδή η τύχη της καθορίζεται από συγκυρίες, όπου ως τέτοιες εννοούμε στο πνεύμα του άρθρου, τις πλειοψηφίες που υφίστανται κατά καιρούς και οδηγούν τα πράγματα προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Επ΄ αυτού βεβαίως η προφανής αντίρρηση θα είναι ότι για αυτό το λόγο υπάρχουν οι θεσμοί, άλλωστε ο συγγραφέας δηλώνει ότι “η δημοκρατία μάχεται υπέρ του εαυτού της μέσω θεσμών που εγκαθιδρύει συνταγματικά, όπως ο ΠτΔ, τα δικαστήρια, οι ανεξάρτητες αρχές, όλα τα θεσμικά αντίβαρα”. Ως θεσμικό όριο στη συγκυριακή λειτουργία της δημοκρατίας ο Βενιζέλος θέτει το Σύνταγμα. Ορθά πιθανά μέσα στα πλαίσια της λογικής ενός νομικού και μάλιστα συνταγματολόγου.
Όμως και τα Συντάγματα και αυτά δεν έχουν εντός τους στο στοιχείο της συγκυρίας; Δηλαδή προφανώς σε εντελώς άλλες συνθήκες και πλειοψηφίες δημιουργήθηκε το τελευταίο και ισχύον Σύνταγμα της χώρας, το 1975 από ότι τα προηγούμενα συντάγματα της χώρας. Και μετά ακολούθησαν πολλές και σημαντικές τροποποιήσεις του. Αλήθεια έγινε πραγματικός έλεγχος και όντως οι αλλαγές αυτές ανταποκρινόντουσαν σε νέες συγκυρίες που καθιστούσαν τις τροποποιήσεις αναγκαίες; Ή απλά οι αλλαγές επήρθαν από τον έλεγχο του πολιτικού σκηνικού από ισχυρές πολιτικές δυνάμεις όπως οι κομματικοί μηχανισμοί ή και προσωπικότητες όπως του Α. Παπανδρέου στη δεκαετία του 80;
Και ποιο είναι το όριο και το κριτήριο που θα κρίνει πότε η συγκυρία είναι παροδική ή εντελώς ευκαιριακή ή πότε είναι καρπός του θυμικού του λαού (άλλωστε ο λαός μπορεί να τρέπεται και σε όχλο) και προφανώς βραχύχρονης αξίας οπότε μπορεί να παρακαμφθεί και να μη ληφθεί σοβαρά υπόψη;
Τι γίνεται όμως όταν οι λαοί -εκλογικά σώματα επιμένουν σε επιλογές που φανερά βρίσκονται σε διάσταση με τα κρατούντα; Την πρώτη φορά και την δεύτερη μπορούμε να μιλάμε για συγκυρία κλπ. Όταν όμως συνεχίζονται και ενισχύονται οι τάσεις αυτές τι κάνουμε;
Ερμηνείες όπως αντιευρωπαϊσμός, λαϊκισμοί κλπ μπορούν να καλύψουν τον πρώτο καιρό. Τι γίνεται όμως όταν αυτά επιμένουν και ενισχύονται; Για παράδειγμα οι πολιτικές των χωρών της κεντρικής Ευρώπης (Πολωνία, Ουγγαρία, Αυστρία), τώρα πια της Ιταλίας. Ή στο εσωτερικό της δικής μας χώρας η συνεχής ενίσχυση κομμάτων που χαρακτηρίζονται “εκτός συνταγματικού τόξου”.
Πότε όμως θα πρέπει να εγκαταλείπουμε τις πιο πάνω ερμηνείες και θα πρέπει να παραδεχόμαστε ότι αυτές οι συγκυρίες είναι τέτοιες που δείχνουν τις νέες πραγματικότητες, τις νέες δυναμικές και τις νέες πλειοψηφίες;
Ή μήπως δικαιούμαστε στο όνομα μίας δεδομένης και αποδεκτής από εμάς δημοκρατικής τάξης (κατ΄ ουσίαν της “δικής μας συγκυρίας”) να αρνούμαστε από ένα σημείο και πέρα τις νέες συγκυρίες που στα πλαίσια αυτού που ονομάζουμε δημοκρατία γεννιούνται και επιθυμούν, στο όνομά της, ριζικά διαφορετικά πολιτικοοικονομικά συστήματα;

Advertisements

Written by dds2

Ιουνίου 18, 2018 at 6:42 μμ

μεταξύ χυδαίας βαρβαρότητος και λανθασμένου κρυπτομοναχισμού

leave a comment »

Εν  όψει της αναπτύξεως της ιδέας μου αυτής, που ήδη έχω παρουσιάσει λίγες φορές προφορικά, σταχυολογώ:

Σπ. Κυριαζόπουλος: Πώς η Δύσις συνέθεσε κατ’ αντίθεσιν προς την Ανατολήν την ζωήν και την εργασίαν

(πηγή: Αντίφωνο)

Written by dds2

Απρίλιος 30, 2018 at 9:00 μμ

Χριστούγεννα και χριστουγεννιάτικο δέντρο

leave a comment »

(ΔΔΣ: προδημοσίευση από ένα βιβλίο που γράφω για «το Έλατο στις γιορτές του Δωδεκαημέρου και στα βουνά μας». Είναι μέρος  από τα κεφάλαια «Μια εισαγωγή για τα Χριστούγεννα» και «Ιστορική προσέγγιση για το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Ελλάδα»):

Μια εισαγωγή για τα Χριστούγεννα

Χριστούγεννα στην αρχαία εκκλησία δεν υπήρχαν. Μέχρι και τα μέσα του 4ου μΧ αι. η γιορτή ήταν συνενωμένη με τα Θεοφάνια, τα Φώτα. Μετά και ξεκινώντας από τον δυτικό χριστιανισμό (το δυτικό εδώ γεωγραφικά κυρίως και σε πρώτο επίπεδο) άρχισε να διαχωρίζεται ο εορτασμός των Χριστουγέννων από των Θεοφανίων. Δηλαδή το γεγονός της Βαπτίσεως του Χριστού από το γεγονός της Γεννήσεώς του. Τα Φώτα ήταν και εν μέρει σε μέρη του χριστιανικού κόσμου παραμένουν, αυτό που ο Παπαδιαμάντης λέει σε διήγημά του «Φώτα ολόφωτα», η μεγάλη, η κορυφαία εορτή.

Ο εορτασμός των Χριστουγέννων την 25η Δεκεμβρίου συνδέεται με τις προγενέστερες εορτές λαών ειδωλολατρικών (ή θεωρούμενων ως τέτοιων[1]). Με τα Σατουρνάλια, τα Βότα, οι Καλένδες[2] και όλα αυτά με της σειρά τους συνδέονται με τις χειμερινές τροπές του ηλίου. Ο ήλιος που μοιάζει να στέκεται στον χαμηλό χειμωνιάτικο ορίζοντα, αναποφάσιστος (;) και απ΄ την άλλη ο άνθρωπος που αγωνιώντας παρακολουθεί αυτή την αβέβαιη πορεία του (3 μήνες έχει ζήσει την μείωση της μέρας, του φωτός και συνακόλουθα της ζωοποιού δυνάμεως του πλανήτη). Και ξαφνικά γίνεται το θαύμα: ο Ήλιος παίρνει τον δρόμο προς τα πάνω, κινείται, αρχίζει η μέρα να μεγαλώνει, η βεβαιότητα της ζωής εδραιώνεται μέσα στα φυλλοκάρδια του φοβικού δίποδου που όμως «άνω θρώσκει». Αυτός και αν είναι λόγος για χαρές και πανηγύρια, για τραγούδια, φαγοπότια και αισιόδοξους συμβολισμούς.

Πάντως και στα Θεοφάνια υπήρχε προγενέστερη αρχαιοελληνική εορτή, σχετική με τον Δελφικό Απόλλωνα[3]

Και πολλές φορές κοντά στα Χριστούγεννα εορτάζεται καη η Ιουδαϊκή εορτή Hanukkah [4].


σημειώσεις:

[1] Νομίζω ότι είναι λάθος να θεωρούνται οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά και οι Ρωμαίοι ειδωλολάτρες. Ήταν πολυθεϊστές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν λάτρευαν τα είδωλα (ποια είδωλα αλήθεια) περισσότερο από ότι εν συγχύσει λατρεύει ένας σύγχρονος χριστιανός μια εικόνα, τα λείψανα αγίων κλπ.

[2] Τα έθιμα του χριστιανικού Δωδεκαημέρου κατάγονται κυρίως από τις ρωμαϊκές εορτές της ιδίας περιόδου, ήτοι των Σατουρναλίων (17-23 Δεκεμβρίου), το γενέθλιο του Ήλιου (25 Δεκεμβρίου), την 1η των Καλενδών του Ιανουαρίου και τα Βότα (3 Ιανουαρίου). Τα ρωμαϊκά έθιμα με την σειρά τους είχαν καταγωγική σχέση με αυτά του αρχαίου ελληνικού κόσμου και της Ανατολής (πχ Μεσοποταμίας).

[3] γενικά για το θέμα των Θεοφανίων βλ. «Τα Θεοφάνια» άρθρο του Βιτάλη Ζαϊκόφσκι, σε 7 Ημέρες Καθημερινής, 31/12/2000, με αφιέρωμα στον Ιανουάριο.

[4]  Η εορτή Hanukkah πραγματοποιείται στις 25 του εβραϊκού μήνα Kislev. Η σύμπτωση της με τα Χριστούγεννα είναι περίπου τυχαία. Και οι δύο αυτές εορτές εισήχθησαν με διαφορά περίπου 200 ετών μεταξύ τους στα χρόνια της ρωμαϊκής κυριαρχίας.

Για τα ζητήματα αυτής της χρονικής ταύτισης μία εξήγηση είναι ότι: “Hanukkah overlaps with Christmas only some of the time has to do with the difference between the Jewish calendar, which is lunar, and the Gregorian calendar used by most people in the West. Neither calendar matches up exactly with the amount of time it takes the Earth to move around the Sun, but the Gregorian calendar is close enough that the difference can be fixed with an occasional leap day. The 12-month lunar calendar, on the other hand, is about 11 days shorter, so a day is not enough to prevent the calendar from becoming unmoored from the seasons. Instead, the lunar year requires a leap month. Calendar buffs may call this process “intercalation” and the extra 13th month an “intercalary” month.

There’s even a rabbinic tale that can be used to explain why festivals like Hanukkah and Christmas occur at this time of year. In it, Adam notices the days becoming shorter and shorter and gets worried that light will disappear all together. “But then, on the 25th of the Hebrew month that Hanukkah comes out of, he realizes it’s just because of the winter solstice,” says Elisheva Carlebach, a professor of History at Columbia University. “He was so grateful when he saw that the days would grow longer again that, on that turning point, he celebrated. I think [the story] is a way of explaining why both Jews and Christians have a festival of lights in the darkest season. It’s a kind of oblique acknowledgement that there is some common impulse for people to face with darkness with light.”

(πηγή: http://time.com/4602459/winter-solstice-2016-date-christmas-hanukkah/)



Ιστορική προσέγγιση για το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Ελλάδα

Είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο ελληνικό έθιμο[1]; Η γενική και κρατούσα άποψη είναι πως όχι. Ήρθε στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα με τους Βαυαρούς, την εποχή του Όθωνα[2]. Μήπως όμως στην πραγματικότητα οι Βαυαροί έφεραν από τη βορινή τους πατρίδα ένα έθιμο, που στην πραγματικότητα ήταν καθαρά βυζαντινό[3];

εικ…. Το Ναύπλιο σε υδατογραφία του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, τότε περίπου που πρωτοστολίσθηκε χριστουγεννιάτικο δέντρο σε αυτό[4].

Φαίνεται ότι επί Όθωνα και Βαυαροκρατίας αρχικά πρωτοστήθηκε χριστουγεννιάτικο έλατο στο Ναύπλιο, το 1833 και μετά την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα μαζί ήρθε στην νέα πρωτεύουσα και το έθιμο αυτό.

Το πρώτο χριστουγεννιάτικο δέντρο που στήθηκε επί Όθωνα στην Αθήνα, «ένα τεράστιο έλατο, είχε τοποθετηθεί κοντά στο σημερινό Πεδίο του Άρεως. Ήταν φορτωμένο με όμορφα και πολύχρωμα παιχνίδια και λαμποκοπούσε ολόκληρο. Το δέντρο είχε για φύλακες δύο Βαυαρούς φρουρούς για να μην κλέψει κανείς κάποιο από τα ωραία στολίδια του. Έμεινε δε σε εκείνη τη θέση όλο το Δωδεκαήμερο. Την ημέρα που έπρεπε να το πάρουν από τη θέση του οι Αθηναίοι αντέδρασαν. Ήθελαν να το κρατήσουν λίγο ακόμη. Ο δήμος τους έκανε το χατίρι. Συνεννοήθηκε με τους Βαυαρούς και αυτοί το άφησαν στην ίδια θέση ως το τέλος Ιανουαρίου»[5].

Το καφενείο της «Ωραίας Ελλάδος», στην Αγία Ειρήνη (κοντά στη διασταύρωση των οδών Αιόλου και Ερμού, όπου πλέον είχε διαμορφωθεί το εμπορικό κέντρο της πόλης) ήταν το πρώτο κατάστημα που στόλισε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αυτό «ήταν το πρώτο δημόσιο κέντρο που στόλισε για πρώτη φορά το 1848 χριστουγεννιάτικο έλατο με πολύχρωμα κεράκια, επιχρυσωμένους καρπούς, παιχνίδια από αληθινή πορσελάνη και ένα σωρό άλλα μπιχλιμπίδια. Για την εποχή στοίχιζαν πανάκριβα, επειδή τα έφερναν όλα από το εξωτερικό. Αυτή η χριστουγεννιάτικη ‘ατραξιόν’, που κατέπληξε και συνάρπασε κυριολεκτικά τους Αθηναίους, μικρούς και μεγάλους, ήταν έμπνευση ενός Βαυαρού αξιωματικού, του Ρούντολφ Έρχαρτ[6], που ήταν πραγματικά φιλέλληνας».

Τα επόμενα Χριστούγεννα, του 1849, έκαναν την εμφάνισή τους και άλλα στολισμένα έλατα, σε διάφορα αρχοντικά της Αθήνας[7].

Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αι. το χριστουγεννιάτικο έλατο/δέντρο ήταν γνωστό στην αστική τάξη της χώρας μας. Έτσι μπορούμε να το δούμε σε πίνακες ζωγραφικής. Δεν είναι συχνή η εικονογραφία του και αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ναι μεν διαδιδόταν ήταν όμως κάτι που αφορούσε τις ευπορότερες τάξεις και πιθανά περισσότερο καλλιεργημένες αλλά και εξευρωπαϊσμένες. Στους δύο εικονιζόμενους πίνακες (εικ … και εικ. …) φαίνεται το περιβάλλον όπου έχουν στηθεί τα χριστουγεννιάτικα έλατα και το προηγούμενο συμπέρασμα επιβεβαιώνεται άμεσα και εύκολα.

Αλλά και το πρώτο ψεύτικο «δέντρο» κρατάει και τούτο από παλιά. Τα Χριστούγεννα του 1905, από την παραμονή άρχισε να χιονίζει. Η Αθήνα έγινε κατάλευκη. Όλο το απόγευμα, ωστόσο, μερικοί εργάτες κάτι μαστόρευαν στην Πλατεία του Συντάγματος. Οι διαβάτες δεν έδιναν σημασία. Αλλά η πλατεία φώτισε με μιας. Τι είχε συμβεί; Ένα τεράστιο ψεύτικο έλατο που μας το έστειλαν από τη Γερμανία είχε στηθεί στο κέντρο της. Πολύχρωμα λαμπιόνια και φαναράκια ήταν αναμμένα σε κάθε του κλαδί μαζί με διάφορα παιχνίδια. Το τι έγινε τότε δεν περιγράφεται. Όλη η Αθήνα και ο Πειραιάς συγκεντρώθηκαν στο Σύνταγμα για να χαρούν το πανέμορφο εκείνο χριστουγεννιάτικο δέντρο, που ο κόσμος πίστευε πως ήταν αληθινό[8].


σημειώσεις:

[1] βλ. Τρία κείμενα-συζητήσεις για το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Δημ. Σ. Λουκάτος, Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών.

[2] Το πρώτο έλατο το στόλισαν οι Βαυαροί στα ανάκτορα του Όθωνα, στο Ναύπλιο, το 1833, βλ. άρθρο “Δεν είναι απαραίτητο το έλατο για χριστουγεννιάτικο δέντρο” αρχικά δημοσιευμένο στο περιοδικό Ταχυδρόμος, αρ. 141, 21-12-1956. Περιλαμβάνεται στο Δημ. Σ. Λουκάτος, Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών.

[3] http://www.orp.gr/?p=270

[4] πηγή φωτογραφίας: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, www.argolikivivliothiki.gr

[5] Από τα Λαογραφικά του δημοσιογράφου Γιάννη Ιωαννίδη.

Επιμέλεια κειμένου, Φίλιππου Φίλιππα. Από το περιοδικό «ιστορία εικονογραφημένη», τεύχος 462, Δεκέμβριος 2006, Η/Υ επιμέλεια, Κωνσταντίνας Κυριακούλη, http://www.orp.gr/?p=270

[6] Ο Έρχαρτ, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του, ήθελε να γενικεύσει αυτό έθιμο, πιστεύοντας πως ήταν προϊόν της πατρίδας του.

[7] οπ Λαογραφικά Γιάννη Ιωαννίδη

[8] οπ Λαογραφικά Γιάννη Ιωαννίδη

 

Written by dds2

Δεκέμβριος 30, 2017 at 10:42 μμ

Μυθολογίες και ορθός λόγος

leave a comment »

Κάποιοι βάλουν κατά της μυθολογικής και θρησκευτικής περιόδου της ανθρωπότητος. Κατά την άποψή τους η επικράτηση του ορθού λόγου (κατάκτηση των αρχ. Ελλήνων λένε και είναι προφανώς αλήθεια) καθιστά τις μυθολογίες και τις θρησκείες άχρηστες. Βέβαια αναγνωρίζουν την ύπαρξη και ισχύ της μυθολογικής και θρησκειολογικής παρουσίας στα τεκταινόμενα της ανθρωπότητας. Αλλά ως μειονέκτημα, κάτι που πρέπει να θεραπευτεί και τελικά να ξεπεραστεί.
Ωραία.
Πλην όμως ξεχνούν ότι ο άνθρωπος έρχεται από ένα βαθύ και δυσκολοαντίληπτο αχανές και εν πολλοίς απροσδιόριστο παρελθόν και οδεύει προς ένα άγνωστο μέλλον, βέβαιο μεν αλλά αφενός ανεπιθύμητο και αφετέρου μυστηριώδες και πέραν κάθε λογικής.
Ακόμη και στη φυσική πολλά είναι μη προσδιορίσιμα ή και στα όρια της λογικής μας αντίληψης.
Στην ανθρώπινη ζήση είναι ποτέ δυνατό να αναμένονται όλες οι απαντήσεις από τον ορθό λόγο και να θεωρείται ότι οι μύθοι και οι θρησκείες είναι άχρηστα ή και αρνητικά μόνο;
Σε αυτό τον σύντομο σταθμό ανάμεσα σε δύο άπειρα και ατελεύτητα άγνωστα, σε αυτό τον σύντομο σταθμό που ονομάζουμε ζωή, θα κρατάμε ως μόνο εφόδιο τον ορθό λόγο; Και θα απεμπολήσουμε την διάστασή μας (την μυθολογική και θρησκευτική) που μας συνδέει με το πέραν της λογικής, με το πέραν του χρόνου;
Και με αυτό το ένα εφόδιο θα μπορέσουμε να κρατήσουμε την ποίηση, τον έρωτα, το γιατί της ομορφιάς των ρόδων και των αστεριών;

Written by dds2

Ιουνίου 17, 2017 at 11:04 μμ

Αναρτήθηκε στις Uncategorized

Tagged with , ,

έχει δίκιο ο Peter Singer ότι δεν υπάρχει Θεός;

with one comment

Μια αντίκρουση στον Peter Singer

O Piter Singer (στην συνέχεια ΠΣ) υποστήριξε ότι δεν μπορεί να υπάρχει Θεός γιατί αυτό θα ήταν αδύνατο και αντίθετο προς τις βασικές του ιδιότητες. Δηλαδή αυτές τις ιδιότητες που εμείς του αποδίδουμε, κυρίως οι Χριστιανοί -πιθανά και οι Εβραίοι ή οι Μουσουλμάνοι, αφού ιδιαίτερα οι τελευταίοι πιστεύουν σε έναν ελεήμονα Θεό ανάμεσα στα άλλα. Οι συλλογισμοί του όμως έχουν ως γνώμονα και κύριο αντίδικο-στόχο την χριστιανική αντίληψη των πραγμάτων.

Λέει λοιπόν πως μπορεί να είναι παντοδύναμος και αγαθός-καλός αν επιτρέπει σε τόσο κακό να υπάρχει στον κόσμο. Και ως κραχτά παραδείγματα αναφέρει τον Χίτλερ (και 6.000.000 θύματα εβραίους), τον Στάλιν (και 20.000.000 θύματα της εποχής και της πολιτικής του) και τον Πολ Ποτ, στην Καμπότζη (που εξόντωσε το 20% του πληθυσμού της χώρας του).

Ως τίμιος αναζητητής της αλήθειας και διανοητής αναφέρει την άποψη των χριστιανών (την χαρακτηρίζει κύρια και από παλαιά υπάρχουσα) που έρχεται να δώσει απάντηση στο θέμα. Και αυτή είναι η ύπαρξη της ελεύθερης βούλησης. Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν το κακό υπάρχει ως καρπός της ελεύθερης βούλησής μας, πράγμα που είναι πολύ σημαντικό και ας πούμε μπορεί να δικαιολογήσει αυτή την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και της ιστορίας του κόσμου. Μοιάζει να σέβεται και να εκτιμά αυτή τη θέση. Πλην όμως στην συνέχεια την απορρίπτει γιατί την καταρρίπτει. Ως μη δυνάμενη να εξηγήσει μία άλλη συνθήκη του βίου μας, αδιαπραγμάτευτη ως προς την ύπαρξή της και πλήρως ανεξήγητη ως προς την αιτία της.

Ερωτά: εντάξει το κακό που είναι απότοκος της δικής μας κακής βούλησης. Όμως τι γίνεται με το κακό που υπάρχει στον κόσμο και δεν οφείλεται σε εμάς, αυτό που οφείλεται σε φυσικά αίτια και μοιάζει τόσο παράλογο ή πολλές φορές εκπληκτικό σε μέγεθος και το υπόκειται ο άνθρωπος χωρίς τίποτε να μπορεί να τον σώσει από αυτό ή να μπορεί να εξηγήσει γιατί του συμβαίνει. Πως μπορεί αυτός ο φιλεύσπλαχνος και πανάγαθος Θεός να αφήνει να χάνονται τόσες ανθρώπινες ζωές ή να υποφέρουν ή να καταστρέφονται από φαινόμενα όπως ένας σεισμός, ένα τσουνάμι (μην ξεχνάμε, περίπου 200.000 θύματα από κάτι τέτοιο 13 περίπου χρόνια πριν).

Αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί από την δική μας κακή παρεμβολή στον κόσμο.

Άρα η ύπαρξη ενός Θεού με τις γνωστές ιδιότητες, που αφήνει αυτά να συμβαίνουν αντιβαίνει είτε προς τις ιδιότητές του είτε προς την ύπαρξή του. Προφανές και λογικό συμπέρασμα είναι ότι αυτό το πλάσμα, αυτό το Ον δεν μπορεί να υπάρχει.

Στην συνέχεια της συγκεκριμένης ομιλίας ο ΠΣ αναφέρεται στο πρόσωπο του Ιησού. Λέει λοιπόν ότι αυτός ο άνθρωπος ήδη μέσα από τα ίδια του τα λόγια διαψεύδεται. Μάλιστα διαψεύδεται από πράγματα όχι μακρινά από την εποχή του ή τον περίγυρό του. Ο ΠΣ χαρακτηριστικά αναφέρει την πρόβλεψη του Ιησού ότι η Δευτέρα Παρουσία θα γίνει πολύ σύντομα και γιαυτό κάποιοι από τους ακροατές του δεν θα γνωρίσουν τον θάνατο. Αυτό όμως δεν συνέβη. Άρα εντελώς λάθος προέβλεψε τα γεγονότα και εντελώς λανθασμένη ήταν η δήλωση του Ιησού. Στην εξέταση που κάνει για την θέση των χριστιανών επί του θέματος, αναφέρει το ότι οι Χριστιανοί υποστηρίζουν ότι τα λόγια αυτά δεν πρέπει να λαμβάνονται κυριολεκτικά αλλά μεταφορικά. Ο ΠΣ αυτό το απορρίπτει υποστηρίζοντας ότι είναι σαφές ότι ο Ιησούς δεν ομιλούσε μεταφορικά αλλά κυριολεκτικά. Επομένως αυτοδιαψεύδεται και ισχύει ο συλλογισμός περί της ανακρίβειας, αναλήθειας και λαθών του.

Σε όλα αυτά –κατά τον ΠΣ- η απόδειξη βρίσκεται στις ίδιες τις γραφές, σε πολλά σημεία όπου υπάρχουν σχετικές αναφορές.

Βεβαίως ο ΠΣ είναι άνθρωπος της δυτικής σκέψης, διανόησης και αντίληψης. Και σίγουρα είναι γνώστης και μελετητής πολλών θεμάτων ίσως και σε βάθος. Και προφανώς έχει μεγάλη δύναμη σκέψης και πρωτοτυπίας, πιθανά να έχει θέσει και ρηξικέλευθες απόψεις για τον σύγχρονο φιλοσοφικό κόσμο.

Θεωρείται και εκτιμείται ως ένας από τους κορυφαίους διανοητές της εποχής μας. Και ο λόγος του είναι καθαρός, καλοδομημένος, κατά την γνώμη μου μοιάζει καλοπροαίρετος, ευγενής και ειλικρινής.

Εάν όμως έχει μία βιβλική θέαση περί της ιστορίας του κόσμου, τότε δεν γνωρίζει ότι το κακό όταν εισήρθε στον κόσμο εισήρθε καθολικά τόσο για τον άνθρωπο όσο και για την Φύση; Αυτό που ως γεγονός ονομάζουμε Πτώση (καρπός του προπατορικού αμαρτήματος) είχε συνέπειες για εμάς αλλά και για ολόκληρο το Σύμπαν. Ο κόσμος έπαψε να είναι όπως αρχικά ήταν. Δεν έγινε ακριβώς εχθρικός, όμως έπαψε να είναι –θα τολμήσω τις εκφράσεις- σίγουρος, ασφαλής, άνετος, ακίνδυνος για εμάς. Και όχι μόνο για εμάς. Αλλά για όλα τα πλάσματα και τα όντα που υπάρχουν μέσα σε αυτόν.

Εξ αυτού του λόγου γεννήθηκε αυτό που με μία λέξη ονομάζουμε κακό ή αλλιώς χρησιμοποιούμε όρους όπως δυστυχία, τραγικότητα κλπ. Υπό αυτή την έννοια μόνο μπορεί να εξηγηθεί το γιατί συμβαίνουν αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο και δεν τα χωράει το μυαλό μας: οι σεισμοί και τα τσουνάμι (πχ Κίνα 200.000 νεκροί το 1920, Ιαπωνία 140.000 το 1923, 200.000 στο γνωστό προ 13ετίας τσουνάμι, και για ηφαίστειο ας σκεφθούμε λίγο την μοίρα των ατυχών κατοίκων της Πομπηίας κλπ κλπ). Έτσι εξηγείται ο πόνος των αθώων πλασμάτων, των παιδιών, των προσφύγων, των αρρώστων, των αστέγων, των εγκαταλελειμμένων ηλικιωμένων και τόσα άλλα.

Το θέμα όμως είναι ότι αυτό που εγώ ονόμασα εξήγηση των πραγμάτων, δεν χωρά στο νου μας. Και από εκεί ξεκινά η αντίδρασή μας, η επανάσταση μας, ο θυμός, η προσπάθεια δημιουργίας ενός συνεπούς και λογικού σύμπαντος. Και για να υπάρξει αυτό το λογικό σύμπαν πρέπει να εκλείψει η ιδέα του σπλαχνικού Θεού. Δεν χωρά. Αντιβαίνει και στις πιο στοιχειώδεις λογικές παραδοχές και αντιληπτικές μεθόδους.

Όμως, εάν ο ΠΣ θυμόταν λίγο παραπάνω τις γραφές θα έπρεπε να μας έχει πετάξει στα μούτρα κάτι άλλο πιο χοντρό, πιο τραγικό και αχώνευτο. Δύο χιλιάδες νήπια σφαγιάσθηκαν από τον βασιλέα της Ιουδαίας στην προσπάθειά του να εξοντώσει τον Ιησού. Αυτά κι αν ήταν αθώα. Και το γεγονός αυτό, τόσο κοντινό στην γέννηση του Ιησού, που την θυμόμαστε και γιορτάζουμε στα Χριστούγεννα, αφενός το ξεχνούμε συνήθως. Και αφετέρου, αν ασχοληθούμε μαζί του, πώς να το αγγίσουμε, τι να καταλάβουμε για αυτό, πώς να το αποδεχθούμε;

Θεέ μου, τι θεός είναι αυτός που είναι όλο αγάπη, έστειλε τον μικρό, γλυκό Χριστούλη ανάμεσά μας και άφησε να γίνει αυτό το κακό; Γιατί το άφησε; Γιατί δεν το σταμάτησε; Τι νόημα είχε;

Αν ο Θεός είναι πατέρας και βλέπει ένα παιδί του έτοιμο να πέσει στο γκρεμό ή στη φωτιά, δεν θα κάνει αυτό που θα έκανε κάθε ανθρώπινος γονιός (ακόμη και ένας πολύ μέτριος σε τρυφερότητα και αγάπη γονιός), δεν θα απλώσει το χέρι του να σώσει από τον βέβαιο χαμό το παιδί του;

Δεν το κάνει. Γιατί; Ή ίσως το κάνει σπάνια, λίγες φορές, μιλάμε για θαύμα σε τέτοιες περιπτώσεις και το θεωρούμε εκτός φυσικών νόμων ή τέλος πάντων της κανονικής «φυσιολογικής» ροής των πραγμάτων.

Γιατί ενεργεί έτσι ο Θεός; Σέβεται την ελευθερία μας, αυτά που συμβαίνουν είναι καρπός της δικής μας επιλογής, της πτώσεως κλπ κλπ. Σχετικώς εντάξει με κάποια τέτοια άποψη, πλην όμως τελικά δεν καλύπτει την απορία και το κενό. Είναι λίγη.

Όμως μήπως η απάντηση –ή μια κάποια απάντηση- βρίσκεται στο ακόλουθο; Ο Θεός δεν έφτιαξε απλώς τον άνθρωπο. Τον δημιούργησε αλλά περισσότερο η πράξη αυτή ήταν μία πράξη ανάλογη με τη γέννηση που δίνουμε εμείς στα παιδιά μας. Ο Θεός λοιπόν «γέννησε» τον άνθρωπο. Και αυτό έγινε από αγάπη. Ίσως είναι δύσκολο να εννοήσουμε γιατί ένα απόλυτο Ον έπρεπε να γεννήσει κάτι. Ας παρακάμψουμε αυτό προς το παρόν και ας πούμε ότι ο Θεός γέννησε τον άνθρωπο ενεργώντας με αγάπη, πολλή αγάπη προς το τέκνο του. Κάτι ανάλογο με την επιθυμία των ανθρώπων γονιών που θέλουν να γεννήσουν τα δικά τους παιδιά και το επιθυμούν αυτό διακαώς.

Τολμώ να πω ότι ο Θεός είναι ένα Ον με εσωτερική ζωή. Μπορεί να χαίρεται ή και να λυπάται. Υπό αυτήν την έννοιαν επιθύμησε τον άνθρωπο και τον εδημιούργησε. Βεβαίως ο άνθρωπος τον λύπησε και υποθέτουμε ότι τον λυπεί συνεχώς όταν ζει μακριά Του, Τον αποστρέφεται ή περιφρονεί. Ο Θεός όμως δεν παρεμβαίνει δυναμικά σε αυτή την κατάσταση. Η κύρια παρέμβασή του έγινε δια της ελεύσεως του Χριστού στον κόσμο. Ο οποίος επιπλέον κήρυξε και θαυματούργησε κυρίως όμως θυσιάστηκε. Με τη θυσία Του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία στον άνθρωπο. Μάλιστα αυτή η δεύτερη ευκαιρία, η Καινή Διαθήκη, το Ευαγγέλιο, ξεπερνά την πρώτη ευκαιρία, την αρχική (την Παλαιά Διαθήκη).

Με τον Χριστό και την Σταύρωσή του τα πράγματα ξεφεύγουν πολύ. Και μπαίνουν σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή, το άλμα που έχει γίνει είναι τεράστιο, αδιανόητο, ουσιαστικά αχώρητο.

Κατά την δική μου άποψη και θέση που τολμώ εδώ, ο Θεός ουσιαστικά στον άνθρωπο, ως γνήσιος γονιός που λατρεύει το παιδί του τα δίνει όλα. Δεν κρατά την θέση του, δεν παραμένει ανώτερος, ισχυρότερος κλπ. Εξισώνεται. Ο Θεός προσφέρει στον άνθρωπο ισότητα. Προσφέρει στον άνθρωπο ισότητα, όχι βέβαια ως προς την ύλη, τις ιδιότητες και τις ποιότητες που έχει ήδη ο άνθρωπος, αλλά ως προς τις δυνατότητες, τον δρόμο που ανοίγεται εμπρός του, το που μπορεί να φτάσει.

Για να το κατορθώσει όμως αυτό πρέπει μόνος του να το κατορθώσει ο άνθρωπος. Με την δική του θέληση, επιθυμία, εσωτερική κίνηση. Γιαυτό και στο δρόμο αυτό όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Γιαυτό και ο δρόμος αυτός κυλάει αργά, δύσκολα, με πόνο και δυστυχία πολλές φορές ανείπωτη.

Είναι δικός του αυτός ο δρόμος του ανθρώπου. Μόνο δικός του. Ο Θεός αποσύρεται από αυτόν. Όχι ότι δεν νοιάζεται όχι ότι δεν θέλει να βοηθήσει. Και νομίζω ότι το κάνει μάλιστα αυτό. Εννοώ ότι βοηθά, αλλά κρυφά, προσεκτικά, τρυφερά, να μη φανεί ότι παρεμβαίνει, να μην προσβάλλει το παιδί του. Το αναμένει αυτό το παιδί με όλη τη δύναμη των πατρικών συναισθημάτων εντός της καρδιάς του, αλλά σεβόμενος το ότι είναι Ον το παιδί αυτό, όχι απλό δημιούργημα, είναι αναγκαίο να μπορεί ο Πατέρας να το αφήνει ελεύθερο ακόμη και όταν αυτό ασωτεύει, καταστρέφει, σκοτώνει, πληγώνει, υβρίζει, επαναστατεί.

Τολμώ να πω είναι βαριά και για τον Θεό ακόμη η ισότητα που προσέφερε στον άνθρωπο. Όμως αυτός είναι ένας Θεός αγάπης πρώτα και κύρια. Γιαυτό όλες του οι άλλες ιδιότητες, η ισχύς, η δικαιοσύνη, υποχωρούν μπροστά σε αυτή την αγάπη που καρτερικά περιμένει και επιθυμεί αυτό που ένας άνθρωπος γονιός θα έλεγε: «την πρόοδο του παιδιού του». Ώστε όλα όσα είναι δικά Του να τα προσλάβει ο αγαπημένος του κληρονόμος.

Προπαραμονή του Σαββάτου του Λαζάρου 2017

ΔΔΣ

Written by dds2

Μαΐου 12, 2017 at 8:38 μμ

Αναρτήθηκε στις Uncategorized

Tagged with , , ,

(Χρ. Γιανναρά) «Η Ανάσταση για αρχάριους» και ένας μικρότατος πρόλογος

leave a comment »

Ο Χρ. Γιανναράς έχει πολλούς επηρεάσει (και από εμάς) και έχει γράψει σπουδαία βιβλία και άρθρα. Πλην όμως κοινός τόπος πολλών εξ ημών –τα τελευταία χρόνια– ήταν ότι μας κούραζε και δεν είχαμε όρεξη να τον διαβάσουμε.

Και ιδού. Σε μία πρόσφατη επιφυλλίδα, στην Καθημερινή του Μ. Σαββάτου και της Κυριακής του Πάσχα ΄17, κάτω από τον τίτλο «Η Ανάσταση για αρχάριους» και τον υπότιτλο «…και στην Ανάσταση είμαστε όλοι αρχάριοι.» γράφει ένα κείμενο που το θεωρώ καταπληκτικό, ευφυέστατο και το καλύτερο που έχω ποτέ διαβάσει για την Ανάσταση (ως εκ τούτου και για τον προαπαιτούμενο θάνατο). Ο παραλληλισμός που κάνει με το αγέννητο έμβρυο που δια της γεννήσεως αλλάζει τρόπο ύπαρξης για να μπορέσει τελικά να υπάρξει ως άνθρωπος και οι παρατιθέμενες σκέψεις συνιστούν πράγματι υψηλό φιλοσοφικό και οντολογικό λόγο.

Από τους πολλούς θαυμάσιους συλλογισμούς του κειμένου ξεχωρίζω δύο. Η  επισήμανση τους δεν είναι τόσο για αξιολογικούς λόγους όσο για την πρωτοτυπία του πρώτου και για την ερωτικότητα του δευτέρου: «Kανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους» και «Ξέρουμε και το πώς έρχεται στην ύπαρξη το ανθρώπινο έμβρυο: χάρη σε δεδομένη φυσική δυνατότητα και στην ερωτική συναρπαγή ενός ανδρόγυνου ζεύγους, στη συγκλίνουσα ελευθερία τους. Aπεριόριστα κλιμακούμενη η σύγκλιση στο ψυχο-σωματικό πεδίο: από την όποια κτηνώδη απληστία εγωτικού ηδονισμού (ή και από ωμό βιασμό) ώς την εκ-στατική ολοκληρία της αυθυπερβατικής αγάπης, την πληρωματική ευφροσύνη της συναρπαστικής αμοιβαιότητας». 

Στην τελευταία παράγραφο ο Γιανναράς λέει:»H «ανάσταση εκ νεκρών» που προσδοκούμε οι Xριστιανοί δεν είναι μια επαναβίωση – επιστροφή σε ατέρμονη παράταση του χρόνου, της φθοράς, της υπαρκτικής αποτυχίας». Πιάνομαι από αυτό για να κάνω το ακόλουθο σχόλιο. Συναφές με το ζήτημα της Αναστάσεως και της μετά θάνατον ζωής είναι αυτό της Αιωνιότητος. Η αιωνιότης είναι δύσκολη στην σύλληψη της έννοια. Στην πραγματικότητα το ευκόλως εννοούμενο είναι αυτό που πιο πάνω αναφέρθηκε ως «ατέρμονη παράταση του χρόνου», χωρίς να υπάρχει συνήθως στο συλλογισμό μας το δεύτερο κομμάτι του συλλογισμού του Γιανναρά περί φθοράς  και υπαρκτικής αποτυχίας, γιατί τότε θα μας έπιανε απελπισία σε μια τέτοια προοπτική.

Για το ζήτημα της αιωνιότητος θα κάνω εδώ μία παρέκβαση και αφού στο κείμενο του Γιανναρά μας δόθηκε μία εισαγωγή για αρχάριους για την Ανάσταση, για το συναφές θέμα της Αιωνιότητος θα αναφέρω την ερμηνεία της από τον Σωφρόνιο Σαχάρωφ (υπάρχει στο «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί»): «Η αιωνιότης δεν έχει διάρκειαν, καίτοι περιβάλλει πάσας τας εκτάσεις των αιώνων και του κοσμικού χώρου. Δυνάμεθα να ομιλώμεν περί αυτής ως «περί αιωνίου στιγμής», ήτις δεν υπόκειται εις ορισμόν ή καταμέτρησιν χρονικήν, διαστημικήν ή λογικήν»[3].

Υποψιάζομαι ότι δια της Αναστάσεως αυτή την Αιωνιότητα κερδίζουμε.

Υποσημειώσεις:

[1]  Περιττό να πω ότι για πολλούς[2] το άρθρο δεν θα αξίζει λόγω της εθελουσίας τυφλότητός τους ως προς οτιδήποτε το σχετιζόμενο με θρησκεία ή της μαγικοθρησκευτικής αντίληψής τους για τον Χριστό, την Ανάσταση, την μετά θάνατον ζωή. Πρόβλημα τους. Ας κρατήσουν την οπτική τους αναπηρία και διανοητική αυτοχειρία ως νοητικό και φιλοσοφικό οντολογικό εφόδιο. Για τους υπολοίπους όμως, αλλά και για τους τολμηρούς, το κείμενο μπορεί να είναι μία αποκαλυπτική απόλαυση και ουσιαστική εμβάθυνση.

[2] Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι «πολλοί»: προοδευτικοί, αριστεροί, άθεοι, θεούσες, χιλιαστές, ψευτοορθόδοξοι κλπ. Θυμάμαι ένα «εκκλησιαστικό» βιβλιαράκι που έγραφε λίγο ως πολύ για τον Παράδεισο ότι θα υπάρχουν στρωμένα τραπέζια σε ωραία λιβάδια … Πόσο να φας και πόσο να περνάς τις άπειρες μέρες της αιωνιότητάς σου με βόλτες σε λιβάδια;

[3]  Η προσέγγιση της εννοίας της αιωνιότητος μας φέρνει μπροστά στο ούτως ή άλλως δυσνόητο αν και συνεχές (τουλάχιστον όσο είμαστε σε αυτό που αποκαλούμε ζωή) του ζητήματος του χρόνου. Επ΄ αυτού παραθέτω ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Χρήστου Μαλεβίτση (υπάρχει στο «Εφημερία», εκδ. Δωδώνη), που φέρει τον τίτλο «Το μυστήριο του χρόνου»:

«…Ό χρόνος είναι το πάθος της υπάρξεως· το αμφίσημο σημείο της, που το αίρει ως σταυρό και που επάνω του σταυρώνεται. Καθώς είναι ίδιον του χρόνου να όριοθετείται από το μηδέν, ιδιό­τητα της υπάρξεως καθίσταται ή διηνεκής απειλή να καταποθεί από το μηδέν. ΄Ωστε ή ύπαρξη είναι εκ κατασκευής τραγική. Ό χρόνος έκτος της συνειδήσεως μεταποιείται σε αρνητική αιωνιό­τητα, που είναι το μηδέν. Εντός όμως της συνειδήσεως μετα­σχηματίζεται σε θετική αιωνιότητα, καθόσον στο νυν συναιρείται το παρελθόν και το μέλλον. Η συναίρεση όμως αυτή ισοδυναμεί με την κατάργηση τους, δηλαδή με το πέρασμα τους στην αιω­νιότητα.

Πράγματι. Το νυν θα ήταν ανύπαρκτο αν δεν έσήμαινε την διάνοιξη της αιωνιότητας. Πόσο φτωχοί γινόμαστε όσοι δεν αντι­λαμβανόμαστε το νυν ως τον ανύσταχτο οφθαλμό του Θεού, το βλέμμα του οποίου μας συνιστά ως υπάρξεις! Το αποφεύγουμε όσο διαφεύγουμε προς το ανύπαρκτο παρελθόν και προς το ανυπόστατο μέλλον. Μια ψευδής διαφυγή, ωστόσο, γι’ αυτό και θανατερή. Είναι ωσάν να ζητάς να επιβιώσεις στην έρημο του χρόνου. Ενώ σου χαρίστηκε απρόοπτα η όαση του νυν της αιωνιότητας.

Να σταθείς στο ύψος του αιωνίου νυν δεν προκύπτει από ηθική προτροπή, συνιστά το σχήμα της πνευματικής σου αξιοπρέ­πειας. Διότι το αιώνιο νυν είναι το πνεύμα. Συνιστά όμως και το σχήμα του οντολογικού σου καθήκοντος. Είσαι ό φορέας του νυν της αιωνιότητας, του μόνου ζώντος ύδατος μέσα στην έρημο του χρόνου. Μπορείς να το χύσεις το νερό. Θα το καταπιεί αμέσως ή άμμος ή άπειρη. Και τότε θα μείνεις δοχείο αδειανό, στοιχείο της ερήμου κενωμένο από την αιωνιότητα.

Δεν θα διαθέταμε τη συνείδηση του χρόνου έαν δεν κατεχόμα­σταν από την είδηση του αιωνίου. Για να αντιληφθείς τον χρόνο πρέπει να βγεις εκτός του. Άλλα το βήμα έκτος του χρόνου είναι δυνατό, επειδή μπορείς να πατήσεις στην αιωνιότητα -— επειδή μπορείς να ζήσεις την αιωνιότητα του παρόντος σου. Βεβαίως αυτό είναι μόλις δυνατό. Πράγμα πού οριοθετεί την κατάσταση της εκπτώσεως σου. Και όμως ο άνθρωπος επιδιώκει το μόλις δυνατό επειδή το κομίζει στο οντολογικό του όνειρο, το οποίο και τον συνέστησε».


Στην συνέχεια αντιγράφω και παραθέτω το κείμενο του Χρ. Γιανναρά:

Aνάσταση για αρχαρίους

πηγή: http://www.kathimerini.gr/905383/opinion/epikairothta/politikh/h-anastash-gia-arxarioys

Τ​​ην πραγματικότητα της ύπαρξης του ανθρώπινου εμβρύου πώς θα την ονομάζαμε, ζωή ή θάνατο; Eχει το ανθρώπινο έμβρυο «δυνάμει» (σε προοπτικές ανάπτυξης) τις προϋποθέσεις για να ζήσει, διαθέτει τις υπαρκτικές δυνατότητες για να συστήσει ενεργό παρουσία ατομικής υπόστασης του ζην. Oμως ακόμα δεν ζει. Πρέπει να «γεννηθεί» για να ζήσει.

Oι λεγόμενες «επιστήμες του ανθρώπου» διαθέτουν δυνατότητες πιστοποιήσεων, που μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι η γέννησή μας (η εγκατάλειψη της μήτρας με κοπή του ομφάλιου λώρου που μας μετάγγιζε δάνεια ζωή από το μητρικό σώμα) είναι μια οδυνηρή δοκιμασία (τραυματική εμπειρία) και αποτυπώνει ίχνη στον ψυχισμό μας. Oμως, χωρίς αυτή τη δοκιμασία, χωρίς το πέρασμα από τη δεδομένη (με τον λώρο και τον πλακούντα) τροφική εξάρτηση στην κατορθούμενη (με την αναζήτηση του μητρικού μαστού) τροφική σχέση, ούτε το έμβρυο θα συνεχίσει να υπάρχει ούτε θα συγκροτηθεί ποτέ λογικό (κοινωνούμενων σχέσεων) υποκείμενο.

Θα μπορούσε να τολμηθεί η έκφραση ότι το ανθρώπινο έμβρυο πρέπει να πεθάνει, για να «γεννηθεί» το λογικό υποκείμενο. Eμβρυο και βρέφος αντιπροσωπεύουν δύο ασύμπτωτους και ασύμβατους τρόπους ύπαρξης – ο ένας τρόπος αποκλείει τον άλλον.
Mε τη φυσική γέννηση παρέχεται στον άνθρωπο η ζωή όχι πια ως μονόδρομος εξάρτησης από το μητρικό σώμα, αλλά ως διλημματική σχέση με το φυσικό περιβάλλον. H εξάρτηση του εμβρύου ήταν μια αδήριτη αναγκαιότητα – δεν υπήρχε εναλλακτική δυνατότητα ύπαρξης. H σχέση με τη φύση είναι διλημματική, επιτρέπει δύο ενδεχόμενα, δύο δυνατότητες, δύο τρόπους ύπαρξης:

Mπορεί η σχέση του ανθρώπου με τη φύση να είναι προέκταση της παθητικής εξάρτησης του εμβρύου από το μητρικό σώμα – αναγκαστική, αυτοματική λήψη οξυγόνου, τροφής και ποτού, υλικών για την εξασφάλιση στέγης, θέρμανσης, φωτισμού και λοιπών χρειωδών του βίου. ΄H μπορεί η σχέση να είναι λογική: να προκύπτει από τη θεληματική ετοιμότητα του ανθρώπου να συναντήσει στη φύση τον λόγο μιας προσωπικής δημιουργικής παρουσίας. Που η μοναδικότητα και εταιρότητά της αποκαλύπτεται σε κάθε φυσικό ενέργημα – όπως αποκαλύπτεται η υπαρκτική ετερότητα του ζωγράφου στη ζωγραφιά του, του μουσουργού στη μουσουργία του, του γλύπτη στο άγαλμά του.

Eίναι άλλος τρόπος ύπαρξης το να υφίστασαι την ύπαρξη και άλλος τρόπος το να πραγματώνεις την ύπαρξη ως ενεργό, συνειδητή, θετική ανταπόκριση σε μια κλήση-σε-σχέση. Eίναι άλλο το να συμβιώνεις, και άλλο το να αγαπάς. Aλλο να εκτονώνεις τη σεξουαλική σου ορμή – ανάγκη και άλλο η πληρωματική ερωτική σύμμειξη «εις σάρκα μίαν». H σχέση έχει μιαν απεριόριστη δυναμική κλιμάκωσης της πληρότητας.

Mε τα μέτρα (προϋποθέσεις – εμπειρίες) της συνειδητής ζωής, η γέννηση του ανθρώπου είναι ένας θάνατος. Tελειώνει όχι μια φάση, αλλά ένας τρόπος ύπαρξης – το έμβρυο παύει να υπάρχει και παύει βίαια: κόβεται ο λώρος που του μεταγγίζει την ύπαρξη, ξεριζώνεται το έμβρυο από το αγκάλιασμα υπαρκτικής προστασίας που του παρείχε η μήτρα. Δεν «γνωρίζει» το έμβρυο τίποτα για τη μετά τον θάνατό του ζωή, για τον τρόπο της ύπαρξης μετά τη γέννηση. Aυτό που υφίσταται είναι ότι με τη γέννησή του παύει να υπάρχει, και ότι αυτό το υπαρκτικό  «τέλος» το βιώνει κάθε έμβρυο απόλυτα μόνο. H γέννηση είναι γεγονός ολοκληρωτικής μοναχικότητας, ασυντρόφευτη εμπειρία.

Kανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους. O άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τη ζωή με πλήρη άγνοια για τα μετά τον βίο, και απόλυτη μοναξιά.

Στο μεσοδιάστημα, ευτυχώς, προλαβαίνει να γεννηθεί ως λογικό υποκείμενο «στον τόπο του Aλλου» («au lieu de l’ Autre» – Lacan) – τόπο της σχέσης, τόπο/τρόπο της κοινωνούμενης εμπειρίας, της γλώσσας και των συμβόλων. Oι πολυμερείς και πολύμορφες δικτυώσεις του γνωστικού τρόπου συναιρούνται αφαιρετικά σε κάποιες (θεμελιώδεις κατά την προφάνεια και την αναγωγιμότητα) σταθερές – όπως η σύνδεση αιτιατού και αιτίου: σχέση-κλειδί για τη σύζευξη της λογικότητας του ανθρώπου με τη φαινομενικότητα/λογικότητα της αντι-κείμενης συμπαντικής ολότητας.

Eμπειρία τελικά συγκεφαλαιωμένη στο ερώτημα για την Aιτιώδη Aρχή του υπάρχειν, την αφετηρία των υπαρκτών – ποια είναι; Eίναι μια έλλογη ελευθερία αγάπης, έρως εκστατικός, δημιουργός και συντηρητής του είναι και των εκπλήξεων του γίγνεσθαι; ΄H πρέπει να υποθέσουμε μιαν άλογη, τυφλή αναγκαιότητα, την τυχαιότητα ενός α-νόητου φαίνεσθαι, σαν μοναδική «ερμηνεία» για την καταγωγή του υπάρχειν και των υπαρκτών;

Kοντολογίς: Ξέρουμε από πείρα οι άνθρωποι την απόλυτη άγνοια υπαρκτικής αυτεπίγνωσης που συνοδεύει την εμβρυϊκή μας ζωή. Ξέρουμε και το πώς έρχεται στην ύπαρξη το ανθρώπινο έμβρυο: χάρη σε δεδομένη φυσική δυνατότητα και στην ερωτική συναρπαγή ενός ανδρόγυνου ζεύγους, στη συγκλίνουσα ελευθερία τους. Aπεριόριστα κλιμακούμενη η σύγκλιση στο ψυχο-σωματικό πεδίο: από την όποια κτηνώδη απληστία εγωτικού ηδονισμού (ή και από ωμό βιασμό) ώς την εκ-στατική ολοκληρία της αυθυπερβατικής αγάπης, την πληρωματική ευφροσύνη της συναρπαστικής αμοιβαιότητας. H ελευθερία του ζευγαριού είναι η άλλη «μήτρα», αυτή που υποδέχεται το βρέφος όταν εγκαταλείπει την εμβρυϊκή φυσική εξάρτηση, για να γεννηθεί στην ελευθερία (διακινδύνευση) της σχέσης.

H «ανάσταση εκ νεκρών» που προσδοκούμε οι Xριστιανοί δεν είναι μια επαναβίωση – επιστροφή σε ατέρμονη παράταση του χρόνου, της φθοράς, της υπαρκτικής αποτυχίας. Eίναι μετάβαση «εκ του θανάτου εις την ζωήν» – κάτι αντίστοιχο με το πέρασμα από το έμβρυο στο έλλογο υποκείμενο. Aλλά αυτή τη φορά με απόλυτη ελευθερία. Tην ελευθερία του σταυρού: της ερωτικής αυτοπαράδοσης και αυτοπροσφοράς.

Written by dds2

Μαΐου 3, 2017 at 12:14 μμ

Ένας σαλός φύλακας στη σίκαλη

leave a comment »

Ένας Σαλός Φύλακας στη σίκαλη.

Τον Σαλό τον διάβασα μια μόνο φορά και μάλιστα σε ηλεκτρονική μορφή πριν 3-4 χρόνια. Δεν θυμάμαι ακριβώς. Ο πατέρας μας ζούσε. Η κρίση είχε αρχίσει. Σίγουρα είχε γίνει η ανθρωποθυσία της Marfin. Με τον αδερφό μου και συγγραφέα του γενικά δεν μιλιόμασταν.

Όμως, με το που τέλειωσα το βιβλίο, μετά από λίγο τον πήρα τηλέφωνο. Και του είπα: «Δεν ξέρω αν θα γράψεις τίποτε άλλο ή άλλα σαν και αυτό στη ζωή σου, στο μέλλον. Ακόμη και μόνο αυτό όμως να είναι το έργο σου, με αυτό δικαιούσαι να ανήκεις στην πρώτη σειρά συγγραφέων. Στην πρώτη και όχι στην δεύτερη, που και αυτή έχει πολλές φορές να δείξει ανθρώπους σπουδαίους και ιδέες σημαντικές».

Από τότε δεν έχω αλλάξει γνώμη. Ο Σαλός γεννήθηκε και πλέον υπάρχει. Έχει τη δική του ζωή, διαφορετική από του συγγραφέα του. Αυθύπαρκτη, ταπεινή και μυστική. Σαλός και βιβλίο δεν μπόρεσαν να βρουν τον βαδισμό τους, δεν μπόρεσαν να ενταχθούν και να γίνουν γνωστοί και «επώνυμοι» μέσα σε αυτή την κοινωνία.

Τώρα πια ο πατέρας μας δεν ζει. Η κρίση συνεχίζεται. Και μαζί τα λόγια, λόγια, λόγια για το πως θα βγούμε από αυτή, πως τελειώνει, πως όλα σε λίγο θα πάρουν τον δρόμο της ανάπτυξης.

Και μόλις πριν λίγο τέλειωσα ένα βιβλίο, απλό και λιτό στην έκδοση, που χρόνια είχα δίπλα μου στις εκκρεμότητες για διάβασμα -μπορεί και να το είχα ξεκινήσει αλλά δεν το είχα «καταφέρει». «Ο φύλακας στη σίκαλη». Γραμμένο πριν από περίπου 66 χρόνια από έναν κατά το ήμισυ χριστιανό, κατά το ήμισυ εβραίο αμερικανό, τον Σάλιντζερ.

Με ήρωα απροσάρμοστο που τελικά τρελαίνεται και σε αυτό το βιβλίο. Νέος, πολύ νέος και μαθητής ακόμη, πλουσιόπαιδο και ομορφόπαιδο που μπορεί να τα έχει όλα αλλά τίποτε από αυτά δεν τον πείθει, τίποτε δεν τον γεμίζει, όλα τα βλέπει κάλπηκα και τους τυπάδες γύρω του κάλπηδες και συνεχώς νοιώθει πλάκωμα και στο τέλος μπαίνει σε μια κλινική, μήπως και συνέρθει, μήπως και μπορέσει να ενταχθεί στην κοινωνία. Να σπουδάσει, να πιάσει δουλειά, να παντρευτεί και να πάρει καλό αυτοκίνητο, να κάνει διακοπές και να πηγαίνει σε πάρτι, να βγάζει πολλά λεφτά, «να γίνει άνθρωπος».

Με το που έφτασα στις τελευταίες σελίδες του Φύλακα, μου κόλλησε στο μυαλό ο Σαλός. Άρχισαν να ενώνονται εντός μου αυτοί οι δύο απροσάρμοστοι, αυτοί οι δύο τρελλοί. Με πάνω από μισό αιώνα διαφορά στην γραφή τους, ο ένας έλληνας και ο άλλος αμερικάνος, ο ένας ηλικιωμένος και ο άλλος πιτσιρικάς, έφηβος.

Στην πραγματικότητα μετά τον θάνατό του και μόνο από τις διηγήσεις άλλων γνωρίζουμε τον Σαλό. Και από λίγες γραμμές που είχε αφήσει ο ίδιος, κάτι κολλυβογράμματα ενός ντιπ για ντιπ αμόρφωτου παπά. Ο Φύλακας μας τα διηγείται ο ίδιος μέσα από το αναχωρητήριο της κλινικής που τον έχουν απομονώσει για να τον βοηθήσουν να ενταχθεί. Και αυτός γράφει όπως μιλάει και κυρίως όπως σκέφτεται, μάγκικα και πέρα από συμβατικότητες. Όμως αυτός είναι και μορφωμένος και φαίνεται από διαβάσματά του κλπ. Μόνο που αυτά δεν τον γεμίζουν, δεν μπορεί να βρει το νόημα της ζωής.

Χαμένοι λοιπόν και οι δύο. Και ο Σαλός και ο Φύλακας. Παλαβοί για δέσιμο.

Και οι συγγραφείς τους; Ο ένας είναι ακόμη νέος αρκετά, δεν ξέρουμε τι θα γίνει ή τι θα ακολουθήσει στη ζωή και στο έργο του. Ο άλλος έφυγε πριν λίγα χρόνια, πάνω από 90. Έχοντας ζήσει μια ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας που το σπουδαίο αυτό βιβλίο του μπορούσε να του προσφέρει. Ούτε φωτογραφίες δεν έβγαζε. Και το κατοπινό του έργο -το συγγραφικό- ήταν, από όσο ξέρω, λίγο σε μέγεθος και δεν μπορεί να αναμετρηθεί με τον Φύλακα στη σίκαλη ούτε στο ελάχιστο.

Πως γίνονται όλα αυτά; Πως μια κοινωνία σε τέλεια παρακμή και κατεβαίνοντας καθημερινά τα σκαλοπάτια της φτώχειας και της εξαθλίωσης, γεννά ένα Σαλό; Και πως μια κοινωνία που θριαμβεύουσα μετά από ένα νικηφόρο πόλεμο και αυξάνοντας καθημερινά σε πλούτο και ακόμη περισσότερο πλούτο και αγαθά γεννά μέσα στη ψυχή ενός εφήβου ως μόνη επιθυμία το να ήταν ένας απλός φύλακας σε ένα χωράφι με σίκαλη;

Και γιατί συνθήκη και των δύο δημιουργών είναι ένας ηθελημένος απομονωτισμός, μία εξορία και μία άρνηση κοινωνικότητας;

Δεν την ξέρω την απάντηση. Και δεν ξέρω και αν χρειάζεται να την ξέρω ή αν μπορώ να την ανακαλύψω. Δεν έχει και τόση σημασία αυτό.

Σημασία για εμένα έχει τούτο. Αυτοί οι δύο τύποι, αυτοί οι δύο τόσο διαφορετικοί στην πρώτη ματιά άνθρωποι, ο φτωχός και ρακένδυτος τρελοπαπάς και ο όμορφος και αλήτικος νεαρός μπήκαν μέσα μου σαν ζωντανές υπάρξεις. Τους γνώρισα και τους πίστεψα σαν ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, αληθινούς ανθρώπους. Μόνο που τώρα μπερδεύονται μέσα στο μυαλό και την θύμησή μου. Ποιοι από αυτούς που θυμάμαι και τους δίνω σημασία ήταν όντως αληθινοί; Ποιοι πατήσανε στο χώμα και ποιοι πατήσανε μόνο στο χαρτί;

Και τελικά ανακαλύπτω ότι μπορώ μέχρι και να αγαπάω ανθρώπους που άλλοι από αυτούς ήταν χωμάτινοι και άλλοι χάρτινοι.

Και τώρα τους βάζω να κάνουνε παρέα, τους μπερδεύω, μπορεί και να παίζω μαζί τους: ένας φύλακας στη σίκαλη που ήταν σαλός και ένας σαλός που θα μπορούσε πολύ καλά να γίνει φύλακας στη σίκαλη.

Και από κοντά, θέλετε το πιστεύετε θέλετε όχι, ένας δικός μου σύντροφος και φίλος που αλλιώς τον είχα όταν διάβαζα το πρώτο βιβλίο και αλλιώς τώρα που τέλειωσα το δεύτερο. Και θέλω να πιστεύω ότι θα μπορεί να κάνει καλή παρέα με αυτούς τους δυο…

Δημήτρ. Δ. Σουφλέρης
8/10/16

Written by dds2

Απρίλιος 28, 2017 at 12:03 πμ

Αναρτήθηκε στις Uncategorized

Tagged with ,