περιβάλλον και πολιτική

εκλογική αποχή

with one comment

Περί του δικαιώματος της εκλογικής αποχής

Αφιερωμένο στην κόρη μου και τον πατέρα μου1

Εν όσω η χώρα μας ετοιμάζεται για τις πολυεκλογές της 26ης Μαΐου 2019, δηλαδή για μία τριπλή και βάλε γιορτή της δημοκρατίας2, εγώ (και απ΄ όσο γνωρίζω και κάποιοι άλλοι συμπατριώτες και πολίτες) προβληματιζόμαστε βαθιά και βαριά. Προβληματιζόμαστε για το εάν έχει νόημα η συμμετοχή στις εκλογές, η συμμετοχή από την θέση του εκλογέα ή εάν αξίζει περισσότερο και είναι συνεπέστερο προς τις ιδέες μας και συνεπέστερο προς την ευχή και επιθυμία μας για μια υγιέστερη δημοκρατία, για μια καλύτερη δημοκρατία και μια καλύτερη και ανθρωπινότερη πολιτεία να αρνηθούμε να ψηφίσουμε, να απέχουμε συνειδητά και ουσιαστικά.

Η συνειδητή άρνηση της ψήφου θα πρέπει να θεωρείται πολιτική πράξη. Μάλιστα, από την στιγμή που η πράξη αυτή γίνεται φανερά, δηλούμενη και όχι κρυπτόμενη και υποστηριζόμενη από δημοσιοποίηση θέσεων και απόψεων επί του θέματος, κατά τη γνώμη μου, σαφώς υπερέχει σε επίπεδο προβληματισμού και διαλόγου, από το να πάει κανείς και πίσω από ένα παραβάν να διαλέξει κάτι από αυτά που του προτείνουν και μυστικά και στα γρήγορα να το ρίξει σε μία κάλπη. Και μετά να παρακολουθήσει τις φωνασκίες και τα σόου των καναλιών για την συνέχεια και ιδίως το βράδυ της ημέρας των εκλογών και ήσυχος με την συνείδησή του και την εκπλήρωση του καθήκοντός του να περιμένει την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, σε όσα χρόνια προκύψει αυτή.

Επιπλέον η άρνηση ψήφου (ας την ονομάσουμε ηθελημένη αποχή και για ευκολία στην συνέχεια του κειμένου θα αναφέρεται απλά ως αποχή, θα εννοείται δε μόνο αυτή η ενσυνείδητη και ηθελημένη αποχή και όχι ή φυσιολογική που προκύπτει από χιλιάδες άλλους λόγους της ζωής) είναι κάτι που το κάνουν και κόμματα, πολιτικές παρατάξεις και οργανωμένοι πολιτικοί φορείς. Το βλέπουμε να γίνεται μέσα στο Κοινοβούλιο (υπό διάφορες μορφές, πχ αποχώρηση από το χώρο της συνεδρίασης, άρνηση συμμετοχής σε συζήτηση, άρνηση συμμετοχής σε ψηφοφορία ή δήλωση απλά της παρουσίας κλπ). Το έχουμε δει και ως επίσημη θέση μεγάλων κομματικών παρατάξεων σε κρίσιμες στιγμές και ιστορικές συγκυρίες (πχ εκλογές του 1946 και ΚΚΕ).

Έχει ακόμη υποστηριχθεί σε θεωρητικό επίπεδο αρκετές φορές και από διάφορους που μάλλον δεν θα έπρεπε να θεωρούνται εχθροί αυτού που τόσο εύκολα ονομάζουμε δημοκρατία, αλλά στην πραγματικότητα δύσκολα ορίζεται και ακόμη δυσκολότερα πραγματώνεται ουσιαστικά. Για μια αναφορά και μόνο θυμίζω την “Πολιτική Ανυπακοή” έργο του Henry David Thoreau, από τον 19ο αι. που ξεπερνά κατά πολύ την άρνηση ψήφου και προχωρά σε περισσότερες και περισσότερο επώδυνες ρήξεις με το κράτος (πχ άρνηση στράτευσης, άρνηση φορολόγησης κλπ).

Συνεπώς η απόφαση κάποιου για αποχή δεν είναι κάτι πρωτοφανές, ούτε καταλυτικό των δημοκρατικών θεσμών και λειτουργιών, γιατί σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να κατηγορούνται για κάτι τέτοιο και τα κόμματα της βουλής (σχεδόν όλα από τα τωρινά έχουν πράξει κάτι από τα προαναφερόμενα) ή οποιοσδήποτε διανοείται, προβληματίζεται, μελετά και γράφει ή θέτει σε δημόσια κρίση τις πολιτικές θέσεις και απόψεις του. Νομίζω ότι φυσική συνέπεια του δικαιώματος του εκλέγειν είναι και το δικαίωμα του πολίτη στην αποχή.

Γιατί όμως να αποφασίσει κάποιος την αποχή; Γιατί να ενεργήσει έτσι και να μην κάνει το ανάποδο, δηλαδή το σύνηθες , δηλαδή να πάει να ψηφίσει, είτε για να κερδίσουν αυτοί που υποστηρίζει είτε για να χάσουν αυτοί που αντιπαθεί, απεχθάνεται και θέλει να ηττηθούν;

Γιατί να κάνει το δύσκολο, αυτό που θα τον φέρει σε ρήξη με τον περίγυρό του, αφού κανένας δεν θα μείνει ευχαριστημένος από την επιλογή του;

Γιατί βεβαίως η αποχή είναι δυσάρεστη και από τις δύο πλευρές του εκλογικού φάσματος: και από την μεριά των εκλογέων και από την μεριά των υποψηφίων. Χάνονται ψήφοι, άρα χάνονται πιθανότητες νίκης, ξεκάθαρα δηλώνεται η πολιτική αντίθεση με κόμματα, ιδεολογίες και πρόσωπα κλπ. Και ας μην κρυβόμαστε: μάλλον όλοι ενοχλούνται και λίγο παρά πάνω γιατί η αποχή δηλώνει ότι αυτό που γίνεται, οι εκλογές, έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την αξία του, έχει χάσει την σημασία του, δεν πείθει, δεν ανταποκρίνεται στο ύψος της αποδιδόμενης σε αυτό σημασίας. Και βεβαίως, ως προς τους συμμετέχοντες υποψηφίους, αφήνει την δυσαρέσκεια του ότι “εσύ που απέχεις δεν με παραδέχεσαι εμένα που είμαι υποψήφιος, δεν με πιστεύεις εμένα που τόσο διαφημίζομαι για να σε πείσω για την αλλαγή που θα φέρω στη ζωή σου και στα πράγματα του τόπου”.

Η αποχή συνιστά μία φανερή ρήξη με τα ειωθότα, με την πεπατημένη, με το ψευδεπίγραφο και ανειλικρινές, το αλυσιτελώς επαναλαμβανόμενο και διηνεκώς ανακυκλούμενο προς ίδιον μόνο όφελος.

Ο λόγος που ένας πολίτης φθάνει στην αποχή δεν είναι ένας μόνο. Είναι πολλοί επί μέρους λόγοι, που όμως τελικά συμπυκνώνονται στο εξαιρετικά λυπηρό και απογοητευτικό συμπέρασμα ότι η Πολιτεία εντός της οποίας ζει ο απέχων έχει κατά πολύ χάσει από τα καλά χαρακτηριστικά της (αν τα είχε και ποτέ), ότι δεν φθάνει στις προσδοκίες και απαιτήσεις των πολιτών της, ότι παρουσιάζει έλλειμμα δημοκρατικό και μάλιστα σε σοβαρό βαθμό.

Και ανάμεσα στα άλλα παρουσιάζει την μεγάλη διαστροφή, αντί να λειτουργεί δια της εναλλαγής των πολιτών στα αιρετά αξιώματα και αντί να χρησιμοποιεί τις εκλογές ως εργαλείο για την διαχείριση της (εκεί όπου απαιτείται και αξίζει κάτι τέτοιο), αντιθέτως να λειτουργεί σχεδόν εντελώς αντίστροφα: Μια “δημοκρατική’ πολιτεία που κυβερνάται από τα ίδια σχεδόν πρόσωπα, από επαγγελματίες της πολιτικής, μια δημοκρατία που λειτουργεί κατ΄ επίφαση και προς χάρη των εκλογών και της δημοκρατικής νομιμοποίησης που αυτές παρέχουν. Αλλά μακριά και όλο και πιο μακριά από το φροντίζει ουσιαστικά και σε βάθος το καλό του λαού της, των πολιτών της, της χώρας της και της κοινωνίας της.

Στα παραπάνω δεν επέρχεται κάποια μεγάλη αλλαγή επειδή δήθεν μετέχουν όλοι στο εκλέγειν και επειδή στην κυριολεξία και “η κουτσή Μαρία” συμμετέχει στο συνήθως προσωπικό παιχνίδι προβολής (και υποκρυπτόμενων συμφερόντων) των αυτοδιοικητικών εκλογών3.

Η θέση του απέχοντος είναι δυσχερής και επώδυνη γιατί κάνει αυτό που δεν θα ήθελε να κάνει. Απέχει από κάτι που θα το ήθελε αληθινό και καρποφόρο. Απέχει όμως γιατί δεν θέλει να συμμετέχει σε κάτι που το θεωρεί εικονικό και εν γένει αλυσιτελές. Είναι σα να δηλώνει κάποιος ότι δεν θα συμμετέχει σε ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι γιατί ξέρει ότι διαιτητές, παράγοντες και παίκτες έχουν σε μεγάλο βαθμό αποδεχθεί να παίζουν με προκαθορισμένα τα αποτελέσματα. Ή ακόμη χειρότερα να ξέρει ότι το παιχνίδι σε καμία περίπτωση δε θα είναι καθαρό. Επομένως τι θα κερδίσει αυτός από τη συμμετοχή του σε κάτι τέτοιο;

Τέλος στην μία από τις πολλές αντιρρήσεις που προβάλλονται στην θέση περί αποχής, σε αυτήν που λέει ότι μπορεί κάποιος να ψηφίσει και επιλέξει “λευκό” η αντίκρουση είναι η ακόλουθη: Η αντιμετώπιση της λευκής ψήφου από την εκλογική νομοθεσία και την συντεταγμένη Πολιτεία μας, δεν είναι μόνο κατάφωρα αντιδημοκρατική. Είναι και βαθιά προσβλητική για τον ψηφοφόρο που το πράττει αφού η τύχη που επιφυλάσσεται στην “λευκή” ψήφο του είναι ο κάλαθος των σκουπιδιών, η εξίσωσή της με το άκυρο4, το λάθος κλπ.

Για ποια λοιπόν δημοκρατική εκλογική διαδικασία μιλάμε και που συμμετέχουμε, αφού σε μερίδα των συμπολιτών μας και ψηφοφόρων σβήνουμε και διαγράφουμε την επιλογή τους προς χάριν απίστευτων εκλογοαριθμητικών αλχημειών και για να κρατήσουμε τη διαφωνούσα άποψή τους στο περιθώριο ή δυνατόν και στην ανυπαρξία;

Μήπως λοιπόν μέσα σε αυτά τα πλαίσια η αποχή καθίσταται μία αξιοπρεπής επιλογή, μία δημοκρατική επιλογή, μία μέθοδος έμπρακτης κριτικής και άσκησης πίεσης προς τις διαλεκτικές δυνάμεις που λειτουργούν μέσα σε μία ζώσα δημοκρατία; Και τελικά μία πράξη που δηλώνει την απαξία του ψευδεπίγραφου επιδιώκοντας την εξέλιξη και άνοδο των όντως δημοκρατικών θεσμών;

Χαλκίδα 10 Μαίου 2019

ΔΔΣ

Σημειώσεις:

1Αφιερωμένο στη κόρη μου, που θα συμμετέχει για πρώτη φορά στη ζωή της σε πολιτικές εκλογές και στον πατέρα μου που διαφωνούσαμε σε αρκετά πολιτικά, αλλά διαλεγόμασταν και πολλές φορές φθάναμε μέσα από τις διαφωνίες μας σε σύνθεση και ανέλιξη.

2Δύο κείμενα συνιστώ ως αναγνώσματα εν σχέσει με την ελληνική δημοκρατία, για προβληματισμό και εμβάθυνση: την “Αθηναίων Πολιτεία” του Αριστοτέλη και στην έκδοση του ΖΗΤΡΟΥ (Θεσσαλονίκη 2009) την εισαγωγή του Δημήτρη Παπαδή, ιδίως το επίμετρο, όπου πραγματεύεται μία σύγκριση της αρχαιοελληνικής Αθηναϊκής άμεσης δημοκρατίας και της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής. Και αφετέρου από το βιβλίο “Το μήλο της έριδος” του C. M. Woodhouse, από το 1ο κεφάλαιο “Το πολιτικό σκηνικό” το 1ο υποκεφάλαιο “Ο Μεταξάς και ο πολιτικός κόσμος” με εύστοχες και διαχρονικές κρίσεις για τους Έλληνες πολιτικούς και το ελληνικό πολιτικό σύστημα που 70 σχεδόν χρόνια μετά την έκδοση του στην Αγγλία (το 1948) δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό διατηρούν την  αξία τους. Υποσημειώνω όμως ότι ο φτωχός λαός που κατά τον Woodhouse είχε αυτούς τους κάκιστους πολιτικούς και το άθλιο κράτος, ευτυχώς, έχει από τότε εκπληκτικά πολύ προοδεύσει.

3Αυτοδιοικητικές εκλογές με 350 περίπου δήμους σε όλη την Ελλάδα και μέσο μέγεθος Δήμου τις 30.000 άτομα, μόνο ως αυτοδιοικητικές δεν μπορεί να εννοούνται. Πολύ δε περισσότερο όταν τα κόμματα τις λυμαίνονται και όταν φαινόμενα όπως Καρπενήσι-Λαμία-Αθήνα ή Δήμος-Κόμμα-Κυβέρνηση κλπ είναι τα συνήθη. Δηλαδή καμία σχέση με το στοιχείο της τοπικότητας που θα έπρεπε να είναι καθοριστικό για αυτού του είδους τις εκλογές.

4Οι λευκές ψήφοι δεν προσμετρώνται στις έγκυρες ψήφους αλλά μαζί με τις άκυρες. Συνεπώς χάνουν την αξία τους για επιρροή στο εκλογικό αποτέλεσμα, απαξιώνονται και σχεδόν μηδενίζονται ως προς την αποτελεσματικότητά τους.

Written by dds2

Μαΐου 12, 2019 στις 9:35 μμ

Ένα Σχόλιο

Subscribe to comments with RSS.

  1. Δύο στοιχεία προβληματισμού στην παραπάνω ουσιώδη ανάλυση και απόδειξη του ότι η εκλογική αποχή αποτελεί πολιτική επιλογή.
    Πρώτον, η αποχή ως πολιτική πράξη μη αποδοχής των διαθέσιμων πολιτικών επιλογών θα μπορούσαμε να πούμε ότι ενώ νοηματοδοτείται αφ’εαυτού φαίνεται δύσκολος ο προσδιορισμός του σκοπού της (πέρα από την παντοιοτρόπως αναφερόμενη αμφισβήτηση των πολιτικών θεσμών). Εντούτοις διαθέτει σκοπό και αυτός είναι η αλλαγή ή βελτίωση των διαθέσιμων πολιτικών προτάσεων, οι οποίες εκπορεύονται από τα ίδια τα κόμματα και το σύστημα λειτουργίας τους εντός της κοινωνίας. Αυτό το τελευταίο σύστημα λειτουργίας πιθανότατα εντοπίζεται στον συνδετικό «κρίκο-φίλτρο» που καθορίζει τον τρόπο μετάβασης και κυρίως τις πρακτικές που υιοθετούνται μετά την μετάβαση του μέρους εκείνου του πληθυσμού που καταλαμβάνει πολιτικές θέσεις σε αυτές. Οι διαδικασίες αλλαγής μπορεί κάποιες φορές να είναι πολύ αργές και έτσι εύκολα μπορεί να δοθεί η εντύπωση οτι η αποχή είναι μια άκαρπη, ανούσια πράξη, μία πράξη απενεργοποίησης του πολίτη, Είναι όμως έτσι;
    Δεύτερον, πάντα κρίνουμε σκόπιμο να συγκεκριμενοποιούμε τις ιδέες στα πλαίσια της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας άρα έχουμε να παρατηρήσουμε οτι στις τελευταίες εκλογές τα ποσοστά αποχής ήταν τα υψηλότερα των τελυταίων ετών (εξαιτίας διαφόρων παραγόντων που δεν αφορούν το θέμα μας) με αποτέλεσμα την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και τη διατήρηση της διαφοράς με την ΝΔ, την επακόλουθη 4ετή διακυβέρνηση του και τις συνέπειες αυτής. Είναι σαφές και παρατηρείται εδώ και δεκαετίες από την έρευνα ότι η εκλογική συμμετοχή ψηφοφόρων του τυπικά οριζόμενου ως αριστερού χώρου ειναι αναλογικά η υψηλότερη από τις διάφορε ομάδες ψηφοφόρων. Τι θα σήμαινε μια έστω διατήρηση (αν όχι αύξηση) αυτών των ποσοστών αποχής σήμερα; Την διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ σε τροχιά (διεκδίκησης) εξουσίας ( η αποχή αφορά κύρίως τους υποστηρικτές του κέντροδεξιου χώρου του πολιτικού φάσματος και τους νεότερους σε ηλικία). Τα μεγέθη είναι μετρήσιμα και πραγματικά, οι ομάδες των ψηφοφόρων και η γενική συμπεριφορά τους παρατηρήσιμη και γνωστή επίσης μέσα από τις έρευνες των πολιτκών επιστημόνων τις τελεύταιες δεκαετιες. Το κρίσιμοτερο σημείο είναι επίσης ότι ο κάθε ψηφοφόρος ασκεί τα δικά του κριτήρια για την επιλογή της στάσης του στις εκλογές ,αδιαμφισβήτητα δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος προσδιορισμού της στάσης αυτής, ούτε λογικός τρόπος κατάληξης στην «ορθή» (δεν θεωρώ ότι υπάρχει) ψήφο. Αν κάποιος είναι επαρκώς καλυμμένος με την τωρινή κυβέρνηση μπορεί πλύ απλά να μην ψηφίσει ΝΔ ( η αποχη συμπεριλαμβάνεται στις επιλογές του). Αν ,παλι, κάποιος επιθυμεί πολιτκή αλλαγή εντός του συστήματος τις μεταπολίτευσης θα επιλέξει ο,τιδήποτε άλλο πέρα από τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ(;) και την Χ.Α.( η αποχή δεν συμπεριλαμβάνεται στις επιλογές του, αν δεν καλύπτεται από τις διαθέσιμες επιλογές μπορεί να δώσει λευκή ψήφο). Τέλος, αν ο ψηφοφόρος επιθυμεί μεγάλες πολιτικές αλλαγές και μέχρι και μετάβαση σε ένα νέο σύστημα, αποδιοργανώνοντας αυτό που σχηματίστηκε το 1974 -ΠΡΟΣΟΧΗ ομως πάντα φέροντας την ευθύνη των όποιων κινδύνων σημαίνει η κατάρρευση του παρόντος κράτους (μόνο μέσω αυτής έχει νόημα η φράση «μετάβαση σε κάτι νέο») η αποχή εμφάνιζεται ως η πλέον ταιριαστή πολιτική στάση.

    ΔΟΥΚΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΟΥΦΛΕΡΗΣ

    Μαΐου 15, 2019 at 12:19 μμ


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: