περιβάλλον και πολιτική

Διαδικασία χαρακτηρισμού και κήρυξης αναδάσωσης – Συνταγματική προστασία δασών (23/2013 ΔΕφΙωαν)

leave a comment »

ΔΕφΙωαννίνων 23/2013 – Ακυρωτική Διαδικασία [Διαδικασία χαρακτηρισμού και κήρυξης αναδάσωσης – Συνταγματική προστασία δασών]

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΔΙΚΑΙΟ

Τεύχος 3/2013, Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος

Φυσικό Περιβάλλον – Ενέργεια – Χωροταξία – Πολεοδομία – Δόμηση – Δημόσια Έργα – Μνημεία

Εκδίδεται από το 1997 – Τριμηνιαία έκδοση

Πρόεδρος: Θ. Κογεβίνας, Πρόεδρος Εφετών ΔΔ

Εισηγητής: Β. Μωυσίδης, Εφέτης ΔΔ

Δικηγόροι: Β. Δωροβίνης, Σ. Κουλούρης, Πάρεδρος ΝΣΚ

Κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικά αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων της συνταγματικής διατάξεως του άρθ. 117 παρ. 3. Μόνον αν το δάσος ή οι δασικές εκτάσεις είχαν απολέσει τον δασικό τους χαρακτήρα πριν την 11.6.1975 για νόμιμη αιτία και όχι συνεπεία αυθαίρετης και παράνομης ανθρώπινης ενέργειας, καθίσταται δε αδύνατη η ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί, συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως από την υποχρέωση αναδασώσεως. Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί υποχρέωση της Διοικήσεως να εξετάσει κατ΄ ουσίαν και ενδεχομένως ν΄ ανακαλέσει απόφασή της περί αναδασώσεως, πρέπει να τεθούν υπ΄ όψη της νέα συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία αληθή υποτιθέμενα, ανατρέπουν την πραγματική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοσή της, θεμελιώνοντας πλάνη περί τα πράγματα. Άλλως η απόφαση περί αναδασώσεως είναι δυνατόν ν΄ αρθεί, μόνον όταν έχει υλοποιηθεί και έχει ολοκληρωθεί η αναδημιουργία της καταστραφείσας δασικής βλαστήσεως. Η διαδικασία προσωρινής επίλυσης αμφισβητήσεων για τον χαρακτήρα εκτάσεως ως δάσους ή δασικής, η οποία εκκινεί με πράξη του οικείου Δασάρχη και η διαδικασία κήρυξης εκτάσεως αναδασωτέας, η οποία ενεργείται από τον οικείο Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας, είναι διαδικασίες διακεκριμένες μεταξύ τους. Η κήρυξη εκτάσεως αναδασωτέας επιβάλλεται υποχρεωτικά, με σκοπό ν΄ ανακτήσει η συγκεκριμένη έκταση τον χαρακτήρα της ως δάσους ή δασικής, τον οποίο απώλεσε για έναν από τους λόγους του άρθ. 117 παρ. 3 Συντ. Πρόκειται για διαδικασία αποκατάστασης ή ανάκτησης φυσικού κεφαλαίου που καταστράφηκε, η οποία διακρίνεται από τη διαδικασία έγκυρης διαπίστωσης ότι ορισμένη έκταση αποτελεί ή όχι δασικό οικοσύστημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το αρμόδιο όργανο προβαίνει προσωρινά, μέχρι να καταρτισθεί δασολόγιο, στη διαπίστωση, αν μία έκταση αποτελεί ή όχι κατά τον χρόνο άσκησης της αρμοδιότητάς του δασικό οικοσύστημα, προκειμένου να παρασχεθεί η κατά το Σύνταγμα οφειλόμενη προστασία. Αν ο Δασάρχης, ασκώντας την κατ΄ άρθ. 14 Ν 998/1979 αρμοδιότητά του, διαπιστώσει ότι μία έκταση, η οποία είχε κατά το παρελθόν δασικό χαρακτήρα, τον έχει απωλέσει για κάποιον από τους λόγους των άρθ. 117 παρ. 3 Συντ. και 38 Ν 998/1979, οφείλει ν΄ απόσχει του χαρακτηρισμού και να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο για την κήρυξή της αναδασωτέας όργανο, δηλ. στον Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας κατ΄ άρθ. 41 παρ. 3 Ν 998/1979. Αν έχει προηγηθεί η κήρυξη εκτάσεως αναδασωτέας, δηλ. ως καταστραφέντος δασικού οικοσυστήματος, το οποίο χρήζει αποκαταστάσεως, δεν υπάρχει πλέον έδαφος χαρακτηρισμού της ως δασικής ή μη. Τα όργανα του άρθ. 14 Ν 998/1979, δεσμευόμενα από τη μη ελεγχόμενη παρεμπιπτόντως πράξη αναδάσωσης, οφείλουν ν΄ απόσχουν από την έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού ή να περιορισθούν στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και εκ του λόγου αυτού αποτελεί δασική έκταση. Αν έχει περαιωθεί η κατ΄ άρθ. 14 επ. Ν 998/1979 διαδικασία καταλήγοντας στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση δεν έχει χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως, δεν υπάρχει δυνατότητα κήρυξής της αναδασωτέας κατ΄ άρθ. 38 Ν 998/1979, εκτός αν υπάρξουν νεότερα στοιχεία, που δεν είχαν τεθεί υπ΄ όψη της Διοικήσεως, όταν προέβαινε στον κατ΄ άρθ. 14 Ν 998/1979 χαρακτηρισμό ή η έκταση αποκτήσει δασική μορφή επιγενομένως, δηλ. μετά τον χαρακτηρισμό της ως μη δασικής. Αυτή την έννοια έχει και η διάταξη της παρ. 2 άρθ. 21 Ν 3208/2003.

[…] 2. Επειδή με την υπό κρίση αίτηση, η οποία παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο τούτο λόγω αρμοδιότητας με την από 15.4.2011 Πράξη του Προέδρου του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της 15627/2.8.2010 απόφασης Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Ιονίων Νησιών, με την οποία ανακλήθηκε η με 5196/5.4.2007 απόφαση του ιδίου Γραμματέα, με την οποία εκηρύχθη αναδασωτέα έκταση εμβαδού 7.124 τ.μ., στη θέση Νησίδα Καλκιονήσι Δημοτικού Διαμερίσματος Γάιου Περιφέρειας Δήμου Παξών Ν. Κέρκυρας. […] [8]

5. Επειδή μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001, η μεν παρ. 1 του άρθ. 24 αυτού αντικατασταθείσα διατυπώθηκε ως εξής: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους …», υπό δε το άρθρο τούτο (24) προστέθηκε η εξής ερμηνευτική δήλωση: «Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η αγρία ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά».

6. Επειδή με την 32/2013 [9] απόφαση της Ολομέλειας του Συμβου-λίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι κατά την έννοια της ανωτέρω ερμηνευτικής δηλώσεως, κριτήριο υπάρξεως του δασικού οικοσυστήματος είναι η οργανική ενότητα της επ΄ αυτού βλαστήσεως, τούτο δε κρίνεται εν όψει του είδους και της ηλικίας αυτής καθώς και της κατά τα ανωτέρω θέσεως του εδάφους, επί του οποίου φύεται και των επικρατουσών σε αυτό συνθηκών. Επίσης εκρίθη ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθ. 3 Ν 998/1979 είναι αντίθετες προς το άρθ. 24 Συντ. και την υπό το άρθ. 24 Συντ. ερμηνευτική δήλωση για τους εξής λόγους: α) η της περ. I της παρ. 3 του άρθ. 3, διότι εξαρτά την ύπαρξη ενός δασικού οικοσυστήματος από τη δυνατότητα οικονομικής του εκμεταλλεύσεως, η οποία ενδέχεται μεν να υπάρχει πλην δεν είναι υποχρεωτική, επανεισάγουσα έτσι στη θέση των υιοθετηθέντων από τον αναθεωρητικό νομοθέτη ορισμών της δασικής οικολογίας εκείνους στης δασοπονίας, β) η του πρώτου εδαφίου της περ. II της παρ. 3 του άρθ. 3, διότι πέραν του ότι το δασικό οικοσύστημα πρέπει, σύμφωνα με αυτή, κατά την αμέσως ανωτέρω αντίθετη προς το Σύνταγμα διάταξη, ν΄ αποτελείται αποκλειστικά από δασοπονικά μόνο είδη, εξαρτά την ιδιότητά του ως δασικού οικοσυστήματος από έκταση, της οποίας το ελάχιστο εμβαδόν καθορίζεται αριθμητικώς αδιαφόρως της θέσεως της και των επικρατουσών σε αυτήν εδαφολογικών, κλιματικών και άλλων συνθηκών, γ) η του πρώτου εδαφίου της περ. ΙΙΙ της παρ. 3 του άρθ. 3, διότι πέραν του ότι το δασικό οικοσύστημα πρέπει, κατά την κατά τα ανωτέρω αντίθετη προς το Σύνταγμα διάταξη, ν΄ αποτελείται από δασοπονικά μόνο είδη, εξαρτά την ιδιότητα ενός οικοσυστήματος ως δασικού, όχι από την εν όψει του είδους και της ηλικίας της δασικής βλαστήσεως καθώς και των ιδιομορφιών της περιοχής, όπου αυτή φύεται επίτευξη της οργανικής της ενότητας, αλλά από το ανελαστικό αριθμητικό κριτήριο της συγκομώσεως του εδάφους, όπου αυτή φύεται. Περαιτέρω εκρίθη ότι επειδή το τελευταίο εδάφιο της υπό το άρθ. 24 Συντ. ερμηνευτικής δηλώσεως θέτει ως κριτήριο της διακρίσεως δάσους και δασικής εκτάσεως όχι το υψηλό ή το θαμνώδες της επ΄ αυτής βλαστήσεως, αλλά το αραιό ή μη αυτής, οι ανωτέρω διατάξεις πέραν της κατά τα ανωτέρω αντισυνταγματικότητάς τους, διότι προϋποθέτουν την ύπαρξη δασοπονικών μόνον ειδών και μάλιστα επί αριθμητικώς προσδιοριζόμενης ελαχίστης εκτάσεως, προσκρούουν και στο τελευταίο εδάφιο της υπό το άρθ. 24 Συντ. ερμηνευτικής δηλώσεως, διότι δεν θέτουν ως κριτήριο χαρακτηρισμού μιας εκτάσεως ως δάσους ή δασικής το αραιό ή μη της επ΄ αυτής δασικής βλαστήσεως, αλλ΄ άλλο κριτήριο που συνάπτεται με το ύψος της βλαστήσεως, εφ΄ όσον η άνω του 25% συγκόμωση των επί μιας εκτάσεως δασοπονικών ειδών συνεπάγεται τον χαρακτηρισμό της τόσο ως δάσους, άρα μη αραιής βλαστήσεως όσο και ως δασικής εκτάσεως άρα αραιής βλαστήσεως, αρκεί στην τελευταία αυτή περίπτωση (για τον χαρακτηρισμό της δηλ. ως δασικής) η βλάστηση να είναι θαμνώδης, άρα χαμηλή, ακόμα και αν η συγκόμωσή της είναι 100%. Κατά την ίδια δε απόφαση, σύμφωνα με την υπό το άρθ. 24 Συντ. ερμηνευτική δήλωση, το δάσος και η δασική έκταση μπορεί ν΄ αποτελούνται από οποιοδήποτε είδος ή είδη άγριων ξυλωδών φυτών, δασοπονικών ή μη, εφ΄ όσον αυτά αποτελούν οργανική ενότητα, η οποία εξ άλλου δεν εξαρτάται από μαθηματικώς οριζόμενο ποσοστό συγκομώσεως.

7. […] Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών [10] κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπει η ως άνω συνταγματική διάταξη. Μόνο εάν το δάσος ή οι δασικές εκτάσεις είχαν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα προ της 11ης Ιουνίου 1975 για νόμιμη αιτία και όχι συνεπεία αυθαίρετης και παράνομης ανθρώπινης ενέργειας, καθίσταται δε αδύνατη η ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί, συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως από την υποχρέωση αναδασώσεως. Προκειμένου δε να στοιχειοθετηθεί κατ΄ αρχήν υποχρέωση της Διοικήσεως να εξετάσει κατ΄ ουσίαν και ενδεχομένως ν΄ ανακαλέσει απόφασή της περί αναδασώσεως, πρέπει να τεθούν υπ΄ όψη της νέα συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία αληθή υποτιθέμενα, ανατρέπουν την πραγματική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση αυτής, θεμελιώνοντας πλάνη περί τα πράγματα. Άλλως η απόφαση περί αναδασώσεως είναι δυνατόν να αρθεί, μόνον όταν έχει αυτή υλοποιηθεί και έχει ολοκληρωθεί η αναδημιουργία της καταστραφείσας δασικής βλαστήσεως (ΣτΕ 4456/2010, 634,1740/2012 κ.ά.).

8. Επειδή εξ άλλου από τον συνδυασμό των παρατιθέμενων στην προηγούμενη σκέψη διατάξεων με αυτές των άρθ. 10 παρ. 3, 11 παρ. 1, 12 παρ. 1, 2, 4, 5 και 7, 13 παρ. 1 και 3 και 14 Ν 998/1979 καθώς και του άρθ. 2 παρ. 1 και 2 ΠΔ 1141/1980 (ΦΕΚ Α΄ 288), προκύπτει ότι η διαδικασία προσωρινής επιλύσεως αμφισβητήσεων για τον χαρακτήρα εκτάσεως ως δάσους (ή δασικής εκτάσεως) ή μη, η οποία εκκινεί με πράξη του οικείου Δασάρχη και η διαδικασία κηρύξεως εκτάσεως ως αναδασωτέας, η οποία ενεργείται από τον οικείο Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, είναι διαδικασίες κατ΄ αρχήν διακεκριμένες μεταξύ τους. Ειδικότερα η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας επιβάλλεται κατά το Σύνταγμα και τον νόμο υποχρεωτικώς, με σκοπό ν΄ ανακτήσει η συγκεκριμένη έκταση τον χαρακτήρα της ως δάσους ή δασικής εκτάσεως, τον οποίο απώλεσε για έναν από τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθ. 117 παρ. 3 Συντ. Πρόκειται δηλ. για διαδικασία αποκαταστάσεως ή ανακτήσεως φυσικού κεφαλαίου που καταστράφηκε, ήτοι του δασικού οικοσυστήματος, η οποία διακρίνεται σαφώς από τη διαδικασία έγκυρης διαπιστώσεως ότι ορισμένη έκταση αποτελεί ή όχι δασικό οικοσύστημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 998/1979, το αρμόδιο όργανο προβαίνει και μάλιστα προσωρινά, μέχρι να καταρτισθεί δασολόγιο, στη διαπίστωση, αν μία έκταση αποτελεί ή όχι κατά τον χρόνο ασκήσεως της αρμοδιότητάς του δασικό οικοσύστημα, προκειμένου να παρασχεθεί η κατά το Σύνταγμα οφειλόμενη στην έκταση αυτή προστασία. Επομένως αν ο Δασάρχης, ασκώντας την κατ΄ άρθ. 14 Ν 998/1979 αρμοδιότητά του, διαπιστώσει ότι μία έκταση, η οποία είχε κατά το παρελθόν δασικό χαρακτήρα, τον έχει απολέσει για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθ. 117 παρ. 3 Συντ. και στο άρθ. 38 Ν 998/1979, οφείλει να απόσχει του χαρακτηρισμού και να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο για την κήρυξη αυτής ως αναδασωτέας όργανο, δηλ. στον Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 άρθ. 41 Ν 998/1979. Αντιστρόφως, αν έχει προηγηθεί η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας, δηλ. ως καταστραφέντος δασικού οικοσυστήματος, το οποίο χρήζει αποκαταστάσεως, δεν υπάρχει πλέον έδαφος χαρακτηρισμού της εκτάσεως ως δασικής ή μη. Τα όργανα του άρθ. 14 Ν 998/1979, δεσμευόμενα από τη μη ελεγχόμενη παρεμπιπτόντως πράξη αναδασώσεως, οφείλουν είτε να απόσχουν από την έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού είτε να περιορισθούν απλώς στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και εκ του λόγου αυτού αποτελεί δασική έκταση. Αν εξ άλλου έχει περαιωθεί η κατά τα άρθ. 14 επ. Ν 998/1979 διαδικασία και έχει καταλήξει στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση δεν έχει τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως, κατ΄ αρχήν δεν υπάρχει δυνατότητα κηρύξεως της εκτάσεως αυτής ως αναδασωτέας, κατ΄ άρθ. 38 Ν 998/1979, εκτός αν είτε υπάρξουν νεότερα στοιχεία, δηλ. πραγματικά δεδομένα, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπ΄ όψη της Διοικήσεως, όταν προέβαινε στον κατ΄ άρθ. 14 Ν 998/1979 ως άνω χαρακτηρισμό είτε η έκταση αυτή, αποκτήσει δασική μορφή επιγενομένως, δηλ. μετά τον χαρακτηρισμό της ως μη δασικής (ΣτΕ 3448/2007 7μ., 838/2002 7μ.). Αυτή την έννοια έχει εξ άλλου και η διάταξη της παρ. 2 του άρθ. 21 Ν 3208/2003, η οποία αποδίδοντας την ανωτέρω νομολογία του Δικαστηρίου, ορίζει μεταξύ άλλων ότι: «… Οι εκτάσεις που κρίθηκαν από τις επιτροπές της παρ. 3 του άρθ. 10 [Ν 998/1979] ως μη δασικές, δεν υπάγονται στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, τυχόν δε αποφάσεις, με τις οποίες οι εν λόγω εκτάσεις κηρύχθηκαν αναδασωτέες … αίρονται υποχρεωτικά, με πράξη του αρμοδίου οργάνου» (ΣτΕ 1740/2012). […] [11]

10. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 10.3.1976 αίτησή τους οι Χ κ.λπ. ζήτησαν την αναγνώριση κυριότητας επί εκτάσεως δασικού χαρακτήρα, 90 στρ. (κατά την αίτησή τους) και 107 στρ. (κατά την επιτόπια εμβαδομέτρηση), η οποία αποτελεί το νησί Καλκιονήσι (ή Καλτσονήσι) Περιφέρειας Παξών Κέρκυρας. Από τον Δασολόγο του Δασαρχείου Κέρκυρας Δ1 συντάσσεται, κατόπιν αυτοψίας, η από 9.4.1976 έκθεση επί της διεκδικουμένης αυτής εκτάσεως, στην οποία αναφέρεται ότι: το νησί καλλιεργείτο κατά το παρελθόν στο μεγαλύτερο μέρος αυτού (ολόκληρη η έκταση που καλλιεργείτο ήταν περιφραγμένη με μανδρότοιχο, βρέθηκαν δε μέσα σε αυτή παλιές βαθμίδες, δύο παλιές ασβεστοκάμινοι, παλιά άτομα ελιάς, ίχνη δύο κατοικιών, δεξαμενής νερού, μαντριού, φούρνου και καμινιού), στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε με συνέπεια να καλυφθεί από πλούσια βλάστηση. Στο νησί υπάρχει ως κύριο είδος βλάστησης το πουρνάρι, ηλικίας από 100 ετών (το παλαιότερο) έως 5 ετών (το νεότερο) καθώς και ομάδες πρίνου δενδρώδους μορφής, ηλικίας 40-60 ετών και δευτερεύον είδος είναι δένδρα (μυρτιές, σχίνοι, ασφάκες, ασπάλαθοι, ελιές, αμυγδαλιές, μουριές, δάφνες) σε μείξη με τα παραπάνω κύρια είδη. Ολόκληρο το νησί παρουσιάζει αυξημένη υψηλή δασοκάλυψη πλην του νοτιοανατολικού τμήματος αυτού, του οποίου η βλάστηση είναι πενιχρή λόγω της επίδρασης των ισχυρών θαλάσσιων ανέμων και ότι δεν υφίσταται βλάστηση σε μία ζώνη πλάτους 5 έως 10 μ. πλησίον της παραλίας, λόγω της ίδιας ως άνω επιδράσεως. Το ξυλαπόθεμα του νησιού κυμαίνεται σε 3 τόνους/στρ. Με την …/4.7.1988 απόφαση του τότε Υπουργού Γεωργίας αναγνωρίσθηκε το παραπάνω νησί (Καλτσονήσι) ως ιδιωτική έκταση δασικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθ. 8 Ν 998/1979, το εμβαδόν αυτής προσδιορίσθηκε στα 96.500 τ.μ., ως κύριοι δε αυτής αναγνωρίσθηκαν οι Φ (μετά τον θάνατο του συζύγου της Χ), Φ1, Φ2, Φ3 και Φ4 (και τα τέκνα αυτής: Φ5, Φ6, Φ7) και στη συνεχεία, με το από 18.8.1988 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής δασικής έκτασης, η εν λόγω έκταση παραδόθηκε σε αυτούς. Εν τω μεταξύ, με την …/24.1.1984 απόφαση του τότε Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, η οποία εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση των άρθ. 1 και 5 Ν 1469/1950 και δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ (τόμ. Β΄ 148/15.3.1984), το εν λόγω νησί χαρακτηρίσθηκε ως «τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους», διότι παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον από πλευράς φυσικού τοπίου. Κατά την αυτοψία, που διενεργήθηκε την 1.3.2007, από τη δασοπόνο Δ2, υπάλληλο της Δ/νσης Δασών Κέρκυρας, για την οποία συντάχθηκε η από 7.3.2007 έκθεση αυτοψίας, διαπιστώθηκε ότι στο παραπάνω νησί έγινε παράνομη αποψίλωση, σε άγνωστο χρόνο, δασικού χαρακτήρα έκτασης 7.124 τ.μ. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ειδικότερα ότι η αποψιλωθείσα έκταση συνορεύει σε όλες τις πλευρές της με ιδιωτική έκταση δασικού χαρακτήρα, ότι από την έκδοση της προαναφερομένης …/4.7.1988 αποφάσεως του τότε Υπουργού Γεωργίας, με την οποία αναγνωρίσθηκε ο δασικός χαρακτήρας του νησιού χωρίς να έχει εξαιρεθεί κανένα τμήμα του, ούτε να έχει επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή (σύμφωνα με τα στοιχεία της υπηρεσίας) μέχρι την αυτοψία κανείς δεν αμφισβήτησε τον δασικό της χαρακτήρα: Επίσης αναφέρεται ότι: «Η (αποψιλωθείσα) έκταση καλυπτόταν στο μεγαλύτερο μέρος της από άτομα της διάπλασης των αειφύλλων πλατυφύλλων (πουρνάρι, αγριελιά, σχοίνος κ.λπ.) καθώς και από άτομα κυπαρίσσου προς τη νότια πλευρά της. Το μέσο ύψος της δασικής βλάστησης εκτιμάται στα 3,5 μ., η εκτιμούμενη ηλικία από 20 έως άνω των 50 ετών και ο βαθμός συγκόμωσης 0,8-1. Εντός της εν λόγω έκτασης μετά την αποψίλωση έχουν απομείνει λίγα διάσπαρτα άτομα πουρναριού, καθώς και άτομα κυπαρίσσου προς τη νότια πλευρά (μερική αποψίλωση). Μετά την απομάκρυνση της δασικής βλάστησης εμφανίσθηκαν ίχνη παλιάς καλλιέργειας (εγκαταλειμμένα ελαιόδενδρα, παλιές βαθμίδες – ξηρολιθιές, παλιά πέτρινα τοιχεία και δύο παλιά μισογκρεμισμένα κτίσματα)». Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές και μετά τη με αρ. πρωτ. …/29.3.2007 εισήγηση της Δ/νσης Δασών Ν. Κέρκυρας, η παραπάνω έκταση (7.124 τ.μ.) κηρύχθηκε αναδασωτέα με την …/5.4.2007 απόφαση του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, με σκοπό, όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή, τη διατήρηση του δασικού χαρακτήρα αυτής, τον αποκλεισμό της διάθεσής της για άλλη χρήση και την αποκατάσταση της καταστραφείσας από την παράνομη αποψίλωση δασικής βλάστησης, αποτελουμένης από πουρνάρι, σχοίνο, αγριελιά και άλλα άτομα της διάπλασης των αείφυλλων πλατύφυλλων καθώς και από άτομα κυπαρίσσου προς τη νότια πλευρά της. Στη συνέχεια με την από 22.3.2007 αίτησή του ο Φ5 ζήτησε την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού για την ως άνω νησίδα Καλτσονήσι (96.500 τ.μ.). Κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε από τη δασολόγο Δ2, υπάλληλο της Δ/νσης Δασών Κέρκυρας (βλ. την από 4.4.2008 έκθεση αυτοψίας), διαπιστώθηκε ότι η έκταση των 11.831,03 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και η ως άνω αποψιλωθείσα έκταση, για την οποία διατάχθηκε η αναδάσωση: «Καλύπτεται από δασικά είδη της διάπλασης αειφύλλων πλατύφυλλων (πουρνάρι, σχοίνος, ασπάλαθος, αγριελιά), ηλικίας 10-50 ετών, μέσου ύψους 1-3 μ. με βαθμό συγκόμωσης 0,5. Σε όλη την έκταση υπάρχουν βαθμίδες από ξηρολιθοδομή και ελαιόδενδρα μεγάλης ηλικίας, τα οποία είναι καταπιεσμένα λόγω της ανάπτυξης της δασικής βλάστησης αλλά και λόγω της εγγύτητας στη θάλασσα. Στο κέντρο περίπου της έκτασης υπάρχει παλιά ερειπωμένη οικία, ενώ στο ανατολικό όριο βρίσκεται μικρό ερειπωμένο οίκημα, το οποίο είχε μάλλον χρήση βοηθητικού χώρου (αποθήκη). Το σύνολο σχεδόν της έκτασης περικλείεται από τοίχο από ξηρολιθοδομή. Στις αεροφωτογραφίες έτους 1945 του αρχείου της υπηρεσίας η εν λόγω έκταση στο σύνολό της εμφανίζεται με αγροτική μορφή. Τα φυόμενα δασικά είδη αποτελούν οργανική ενότητα, η οποία δύναται με δασική εκμετάλλευση να παράγει δασικά προϊόντα. Η δασική βλάστηση δεν είναι αραιή. Η δασική βλάστηση δεν είναι πενιχρή. Η έκταση έχει συντελεστή συγκόμωσης μεγαλύτερο του 25%. Το εμβαδόν της έκτασης είναι μεγαλύτερο των 0.3 εκταρίων. Η δασική βλάστηση εμφανίζεται με μορφή θάμνων. Η δασική βλάστηση δεν παρουσιάζει κατακόρυφη δομή. Κατά τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών της ΓΥΣ του αρχείου της Δ/νσης Δασών Κέρκυρας προέκυψε για την ίδια ως άνω έκταση ότι: Κατά το έτος 1945 ορίζεται ολόκληρη προφανώς από λιθόδμητο τοίχο, ενώ και εντός του υπάρχουν λιθιές κατά μήκος των ισοϋψών, αλλά εγκάρσιος σε αυτές τοίχος. Στο ανατολικό όριο της έκτασης υπάρχει κτίσμα (μάλλον οικία), ενώ η έκταση καλύπτεται κυρίως από χαμηλή βλάστηση, πιθανότατα αγρωστώση, με τα μεγαλύτερα δένδρα (ελαιόδενδρα) να εμφανίζονται κυρίως σε ομάδες. Κατά το έτος 1960, η έκταση αυτή εμφανίζει μορφή όμοια με αυτήν του έτους 1945. Κατά το έτος 1981, στην έκταση, έχει εγκατασταθεί δασική βλάστηση στη βόρεια κυρίως πλευρά και σε μικρότερο βαθμό στο κέντρο. Η οικία στο ανατολικό τμήμα είναι εμφανώς εγκαταλελειμμένη και έχει καταστραφεί η οροφή της, ενώ οι λιθιές και οι τοίχοι που ορίζουν την έκταση αυτή, δεν είναι πλέον ευδιάκριτοι, πιθανόν λόγω της εγκατάλειψης, αλλά και λόγω της ανάπτυξης της δασικής βλάστησης κατά θέσεις. Το έτος 1984, η εν λόγω έκταση έχει εγκαταλειφθεί πλήρως. Τα όριά της δεν είναι πλέον σαφή και έχει αναπτυχθεί σε όλο το εμβαδόν θαμνώδης κυρίως δασική βλάστηση». Εν όψει των παραπάνω διαπιστώσεων, η παραπάνω δασολόγος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω έκταση (των 11.831,03 τ.μ.) εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθ. 12 Ν 3208/2003 και δεν εμπίπτει στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου (δεν καλύπτεται από δάσος δρυός, πεύκης, οξυάς, ελάτης, πλατάνου, σκλήθρου και καστανιάς) και σύμφωνα με το άρθ. 21 παρ. 8 Ν 3208/2003, δεν υπάγεται στις διατάξεις του Δασικού Νόμου. Με βάση τα παραπάνω ο Δ/ντής Δασών Ν. Κέρκυρας, αποδεχόμενος το ως άνω συμπέρασμα της δασολόγου, εξέδωσε τη με αριθ. πρωτ. …/7.4.2008 πράξη χαρακτηρισμού, σύμφωνα με την οποία η παραπάνω έκταση (11.831,03 τ.μ.) χαρακτηρίσθηκε ως δασική έκταση του άρθ. 3 παρ. 2 Ν 998/1979, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθ. 1 Ν 3208/2003, υπαγομένη στην κατηγορία α΄ του άρθ. 4 παρ. 1 και στις κατηγορίες γ΄, δ΄, ε΄ του άρθ. 4 παρ. 2 του ιδίου ως άνω νόμου. Μετά τη δημοσίευση και την οριστικοποίηση της πράξης αυτής (δεδομένου ότι κανείς δεν προσέφυγε εναντίον της), εκδόθηκε η με αριθ. πρωτ. …/7.7.2008 βεβαίωση τελεσιδικίας αυτής, στην οποία αναφέρεται ότι ειδικά για το τμήμα έκτασης εμβαδού 7.124,77 τ.μ., που αποτελεί μέρος της ως άνω έκτασης εμβαδού 11.831,03 τ.μ. και έχει κηρυχθεί αναδασωτέο με την …/5.4.2007 απόφαση ΓΓΠΙΝ, η βεβαίωση αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενώπιον αρχών για την εξασφάλιση πάσης φύσεως αδειών ή επεμβάσεων πριν την ολοκλήρωση της άρσης της ανωτέρω απόφασης κήρυξης ως αναδασωτέας. Ακολούθως με βάση την παραπάνω πράξη χαρακτηρισμού και κατόπιν της με αριθ. πρωτ. …/8.8.2008 σχετικής εισήγησης του Δ/ντή Δασών Κέρκυρας, ο Γεν. Γραμματέας Περιφέρειας Ιονίων Νησιών, με τη με αριθ. πρωτ. …/14.8.2008 απόφασή του, ανακάλεσε τη με αριθ. …/5.4.2007 απόφαση περί αναδάσωσης. Η απόφαση όμως αυτή δεν δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ και επεστράφη για επανασύνταξη. Στη συνέχεια μετά την ισχύ του Ν 3698/2008 (άρθ. 36 παρ. 3), η Δ/νση Δασών Κέρκυρας, θεωρώντας με βάση τα προαναφερόμενα ότι είναι υποχρεωτική η άρση της αναδάσωσης για το τμήμα της έκτασης, εμβαδού 7.1,24,77 τ.μ., σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθ. 21 Ν 3208/2003, αφού δεν αποτελεί δάσος, παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων. Η Επιτροπή αυτή, αφού έλαβε υπ΄ όψη της: α) την προαναφερόμενη από 4.4.2008 έκθεση αυτοψίας του δασολόγου της Δ/νσης Δασών Ν. Κέρκυρας «σύμφωνα με την οποία η επίμαχη έκταση των 7.124,77 τ.μ. καλύπτεται από δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων και συγχρόνως εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθ. 12 Ν 3208/2003, δηλ. εμφανίζεται με αγροτική μορφή το έτος 1945, δεν εμπίπτει στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου (διότι δεν καλύπτεται από δάσος δρυός, πεύκης, οξυάςν ελάτης, πλατάνου, σκλήθρου και καστανιάς), β) τη με αριθ. πρωτ. …/7.4.2008 πράξη χαρακτηρισμού και την κατά τα παραπάνω οριστικοποίηση αυτής και γ) τη με αριθ. πρωτ. …/10.9.2009 απάντηση του Υπουργείου Αγροτ. Ανάπτυξης σε σχετικά ερωτήματα της Επιτροπής, κατά την οποία «η έκταση εμβαδού 96.500 τ.μ. στη θέση Καλκιονήσι Γαΐου Παξών αναγνωρίσθηκε ως ιδιωτική έκταση δασικού χαρακτήρα και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθ. 10 Ν 3208/2003 δεν μπορεί να υπαχθεί στο άρθ. 12», με την …/28.4.2010 απόφασή της κατόπιν αποδοχής σχετικής εισήγησης του Δ/ντή Δασών, αποφάνθηκε να γίνει ανάκληση της …/5.4.2007 απόφασης ΓΓΠΙΝ περί κήρυξης ως αναδασωτέας της παραπάνω έκτασης των 7.124 τ.μ. στη νησίδα Καλτσονήσι, σύμφωνα με το άρθ. 21 παρ. 9 Ν 3208/2003. Με βάση την απόφαση αυτή και μετά την από 9.8.2010 εισήγηση του Δ/ντή Δασών Κέρκυρας, ο ΓΓΠΙΝ με την προσβαλλόμενη …/23.8.2010 απόφασή του, η οποία δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ (ΦΕΚ Δ΄ …/30.9.2010), ανακάλεσε την …/2007 απόφαση και ήρε την αναδάσωση του παραπάνω τμήματος των 7.124 τ.μ., με την αιτιολογία ότι η έκταση αυτή εμφανίζεται με αγροτική μορφή κατά το έτος 1945, έχει τίτλους ιδιοκτησίας προ του 1946 με συνεχή διαδοχή και νομίμως μεταγεγραμμένων, εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθ. 12 Ν 3208/2003 και δεν εμπίπτει στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου και σύμφωνα με το άρθ. 21 παρ. 8 Ν 3208/2003 δεν υπάγεται στις διατάξεις του Δασικού Νόμου.

11. Επειδή ναι μεν με τις αριθ. πρωτ. …/7.4.2008 πράξη χαρακτηρισμού του Δ/ντη Δασών Ν. Κέρκυρας και την …/28.4.2010 απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, η επίμαχη έκταση των 7.124 τ.μ. χαρακτηρίσθηκε ως δασική έκταση του άρθ. 3 παρ. 2 Ν 998/1979, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθ. 1 Ν 3208/2003, υπαγομένη στην κατηγορία α΄ του άρθ. 4 παρ. 1 και στις κατηγορίες γ΄, δ΄, ε΄ του άρθ. 4 παρ. 2 του ιδίου ως άνω νόμου και προσδιορίσθηκε ότι η ως άνω έκταση εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθ. 12 Ν 3208/2003 και δεν εμπίπτει στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου (διότι δεν καλύπτεται από δάσος δρυός, πεύκης, οξυάς, ελάτης, πλατάνου, σκλήθρου και καστανιάς), μη υπαγομένη σύμφωνα με το άρθ. 21 παρ. 8 Ν 3208/2003 στις διατάξεις του Δασικού Νόμου, με την αιτιολογία ότι σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της από 4.4.2008 έκθεσης αυτοψίας της δασολόγου Δ2, η δασική βλάστηση είναι θαμνώδης και δεν παρουσιάζει κατακόρυφη δομή, δεν εξετάσθηκε όμως αν η έκταση αυτή εν όψει της κατάστασής της, που περιγράφεται σε όλες τις αναφερόμενες στο ιστορικό εκθέσεις αυτοψίας, μπορούσε να θεωρηθεί δάσος κατά την έννοια του άρθ. 24 παρ. 1 Συντ. και της σχετικής ερμηνευτικής δήλωσης αυτού, ανεξαρτήτως της χαμηλής και θαμνώδους δασικής βλάστησης και του βαθμού συγκόμωσης αυτής. Και τούτο διότι αφ΄ ενός μεν σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν στην έκτη σκέψη της παρούσας, το τελευταίο εδάφιο της υπό το άρθ. 24 Συντ. ερμηνευτικής δηλώσεως θέτει ως κριτήριο της διακρίσεως δάσους και δασικής εκτάσεως όχι το υψηλό ή το θαμνώδες της επ΄ αυτής βλαστήσεως, αλλά το αραιό ή μη αυτής, ανεξαρτήτως μάλιστα του βαθμού συγκομώσεως, αφ΄ ετέρου δε στην αρχική από 9.4.1976 έκθεση αυτοψίας του Δασολόγου Δ1 αναφέρεται ότι το εν λόγω νησί «ήταν καλυμμένο από πλούσια βλάστηση και παρουσίαζε αυξημένη υψηλή δασοκάλυψη», στη μετέπειτα από 7.3.2007 έκθεση αυτοψίας της δασοπόνου Δ2 αναφέρεται ότι η αποψιλωθείσα έκταση περιστοιχίζεται από ιδιωτική έκταση δασικού χαρακτήρα και καλυπτόταν στο μεγαλύτερο μέρος της από άτομα της διάπλασης των αείφυλλων πλατύφυλλων, καθώς και από άτομα κυπαρίσσου στη νότια πλευρά της και στην τελευταία από 4.4.2008 έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι η εν λόγω έκταση «καλύπτεται από δασικά είδη της διάπλασης αειφύλλων πλατύφυλλων (πουρνάρι, σχοίνος, ασπάλαθος, αγριελιά), ηλικίας 10-50 ετών … τα φυόμενα δασικά είδη αποτελούν οργανική ενότητα, η οποία δύναται με δασική, εκμετάλλευση να παράγει δασικά προϊόντα. Η δασική βλάστηση δεν είναι αραιή. Η δασική βλάστηση δεν είναι πενιχρή … Κατά το έτος 1981, στην έκταση έχει εγκατασταθεί δασική βλάστηση στη βόρεια κυρίως πλευρά και σε μικρότερο βαθμό στο κέντρο. Η οικία στο ανατολικό τμήμα είναι εμφανώς εγκαταλελειμμένη και έχει καταστραφεί η οροφή της, ενώ οι λιθιές και οι τοίχοι που ορίζουν την έκταση αυτή, δεν είναι πλέον ευδιάκριτοι, πιθανόν λόγω της εγκατάλειψης, αλλά και λόγω της ανάπτυξης της δασικής βλάστησης κατά θέσεις. Το έτος 1984, η εν λόγω έκταση έχει εγκαταλειφθεί πλήρως. Τα όριά της δεν είναι πλέον σαφή και έχει αναπτυχθεί σε όλο το εμβαδόν θαμνώδης κυρίως δασική βλάστηση».

12. Επειδή εν όψει των προαναφερομένων, η προσβαλλομενη με αρίθ. …/23.8.2010 απόφαση του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Ιονίων Νησιών, που στηρίζεται στις παραπάνω πράξεις (…/7.4.2008 πράξη χαρακτηρισμού και …/28.4.2010 απόφαση της ΠΕΕΔΑ), με την οποία ανακλήθηκε η …/5.4.2007 απόφαση του ιδίου οργάνου περί αναδάσωσης της επίμαχης έκτασης με την ίδια ακριβώς με αυτές αιτιολογία, είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι έκρινε ότι η εν λόγω έκταση δεν εμπίπτει στην παρ. 3 του άρθ. 21 Ν 3208/2003, χωρίς να εξετάσει, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τα άρθ. 12 παρ. 3 και 21 παρ. 9 Ν 3208/2003, αν εν όψει της προαναφερομένης στην έκτη σκέψη 32/2013 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ, η επίμαχη έκταση είχε τη μορφή δάσους πριν την αποψίλωσή της λόγω της πυκνής δασικής βλάστησης που υπήρχε σε αυτή, όπως διαπιστώθηκε κατά τις αναφερόμενες στο ιστορικό αυτοψίες κατά την έννοια του άρθ. 3 παρ. 1 Ν 998/1979, οπότε δεν θα ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις των παρ. 8 και 9 του άρθρου 21 Ν 3208/2003 και δεν θα μπορούσε να εκδοθεί πράξη αυτής, ούτε να ανακληθεί η πράξη αναδάσωσής της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στις έβδομη και όγδοη σκέψεις της παρούσας. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό που προβάλλεται βάσιμα, πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση αυτή, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων ακυρώσεως. […]

[Δέχεται την αίτηση.]

πηγή: http://www.nbonline.gr/journals/5/volumes/266/issues/1222/lemmas/4873701

Advertisements

Written by dds2

Ιανουαρίου 27, 2014 στις 6:21 μμ

Αναρτήθηκε στις Uncategorized

Tagged with , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: