περιβάλλον και πολιτική

Η ελληνική περιπλοκή (The Greek Entanglement), του Έντυ Μέγιερς

leave a comment »

[εξαιτίας των μελετών μου για την Ε.Α., τον Άρη Βελουχιώτη κλπ,  με αφορμή τον φετινό εορτασμό του Γοργοπόταμου -που σκέφθηκα να πάω αλλά τελικά δεν θα τα καταφέρω, άλλωστε θα πάει εκεί ο Τσίπρας,  οπότε κατά τις δικές μου αντιλήψεις έχουν όλα ξετσιπωθεί… Το πιο κάτω είναι το σχετικό με το θέμα κεφάλαιο από το βιβλίο «Η ελληνική περιπλολή » (Εξάντας, 1975) του ταξίαρχου Έντυ Μέγιερς, επικεφαλής των συμμετεχόντων εγγλέζων]

4. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥ ΓΟΡΓΟΠΟΤΑΜΟΥ

Εκείνο το απόγευμα, 19 Νοεμβρίου, ο Ζέρβας, συνοδευόμενος από μια μικρή σωματοφυλακή, με επισκέφθηκε στη σπηλιά μας. Με φίλησε θερμά κι από τα δυο μου μάγουλα, που τώρα είχαν γένια. Του ανταπέδωσα άφοβα τα φιλιά του. Είχε φτάσει, με τους πενήντα αντάρτες του, στο Μαυρολιθάρι το μεσημέρι. Ταχτοποίησε τους άντρες του στο χωριό και μετά ήρθε κατευθείαν σε μένα.

Ο Ζέρβας ήταν κοντός και παχουλός. Όταν γελούσε, πράγμα που έκανε πολύ συχνά, το σώμα του τρανταζόταν ολόκληρο και τα εύθυμα λαμπερά του μάτια διέψευδαν την αγριάδα της μαύρης και πυκνής γενιάδας του. Τη στιγμή που σταματούσε να γελάει, τα καστανά μάτια του έδιναν αμέσως στο στρογγυλό του πρόσωπο και στο γεμάτο του στόμα μια σοβαρή αλλά και έξυπνη έκφραση. Όταν έβγαλε το χακί στρατιωτικό πηλήκιό του, φάνηκαν τα πυκνά μαυρόγκριζα μαλλιά του που έδειχναν μια ηλικία λίγο πάνω από τα πενήντα. Φορούσε ένα παλιό στρατιωτικό χιτώνιο, χωρίς διακριτικά, χακί κυλότα ιππασίας κι ένα ζευγάρι ψηλές καφέ μπότες, προφανώς μεγάλες. Μια αγυάλιστη ζώνη, τύπου «Σαμ Μπράουν», γύρω απ” τη φαρδιά του μέση, στήριζε ένα μικρό αυτόματο πιστόλι κι ένα εγχειρίδιο που η στολισμένη λαβή του ορθωνόταν αυθάδικα έξω από το στομάχι του όταν καθόταν.

Εντυπωσιάστηκα αμέσως από την ξεχωριστή του προσωπικότητα και ύστερα από μερικές ευγενικές αστειότητες, είχε κερδίσει πλήρως την εμπιστοσύνη μου. Toυ εξήγησα την αποστολή μου. Του έδωσα όλες τις πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει για τις τρεις γέφυρες και για τις φρουρές του εχθρού σ” αυτές και στην περιοχή της καθεμιάς, και του ανάλυσα λεπτομερειακά το σχέδιο που είχα καταστρώσει για την επίθεση στη γέφυρα του Γοργοπόταμου. Του πρόσφερα τους άντρες και τα μικρά εφόδια που είχα στη διάθεσή μου και του ζήτησα ν” αναλάβει τη διεύθυνση της επιχείρησης. Του είπα ότι θα ήμουν ευτυχής να θεωρηθώ σαν Επιτελάρχης του.

Με την επιφύλαξη ότι θα έπρεπε να συμφωνήσει με την επιλεγμένη ομάδα των ανταρτών του, ο Ζέρβας ενέκρινε πρόθυμα το σχέδιό μου. Σκεφτόταν ωστόσο ότι δεν θα ήταν λεπτό από μέρους μας να μην ζητήσουμε από τον Άρη να συμμετάσχει στη διεύθυνση της επιχείρησης μαζί μας, μια που θα πρόσφερε σ” αυτή μια τόσο σημαντική αναλογία ανταρτών. Δεν καταλάβαινα πώς θα μπορούσαν τρεις άντρες να διευθύνουν την ίδια επιχείρηση, αλλά ο Ζέρβας με καθησύχασε. «Θα την διευθύνω εγώ», είπε, «αλλά για τις κύριες αποφάσεις και τα σχέδια θα συμφωνήσουμε και οι τρεις».

Γρήγορα ανακάλυψα ότι ο Ζέρβας αποκαλούνταν Στρατηγός από τους άντρες του. Είχε υιοθετήσει αυτόν τον τίτλο γιατί πολλοί από τους Έλληνες στρατηγούς που είχαν φύγει από την Ελλάδα και την Κρήτη και υπηρετούσαν τώρα στη Μέση Ανατολή, ήταν νεώτεροι στη βαθμολογική κλίμακα απ” αυτόν. Δεν του είχαν επιτρέψει να πολεμήσει το 1941 εξαιτίας των παλιών του σχέσεων μ” ένα δημοκρατικό, βενιζελικό κόμμα που ονομαστικός του αρχηγός, εξόριστος εκείνη την εποχή στη Νότια Γαλλία, ήταν ο Στρατηγός Πλαστήρας. Με μεγάλη μου έκπληξη έμαθα ότι ο Μεταξάς δεν είχε επιτρέψει σε κανένα ανώτερο Έλληνα αξιωματικό να πολεμήσει ενάντια στον Άξονα, ακόμα κι όταν η χώρα βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο και τους είχε απόλυτη ανάγκη.

Ο Ζέρβας πήρε το τσάι μαζί μας πριν να φύγει. Το γεύμα αυτό δεν ήταν παρά ένα φλυτζάνι τσάι του βουνού κι ένα κομμάτι μαύρο ψωμί τηγανισμένο με ελαιόλαδο. Κανονίσαμε να τον συναντήσουμε την άλλη μέρα στο Μαυρολιθάρι, όπου είπε ότι θα μας ετοίμαζε καταλύματα. Καταλύματα! Τι αλλαγή και τι πολυτέλεια, ύστερα από την πρωτόγονη σπηλιά μας! Με τόσους αντάρτες γύρω τους, το ηθικό των χωρικών είχε ανεβεί πολύ ψηλά και από κει και μπρος, όπου υπήρχε αντάρτικη οργάνωση στην περιοχή, κανένας Έλληνας δεν έφερνε αντίρρηση για την παρουσία μας στο χωριό του.

Εκείνη τη νύχτα έπεσε και το πρώτο χιόνι. Το άλλο πρωί, οι κακοτράχαλες κορφές των βουνών, και οι δασωμένες από έλατα πλαγιές τους, παρουσίαζαν ένα θαυμάσιο θέαμα κάτω από τον καινούργιο και αστραφτερό άσπρο τους μανδύα. Παρά τη σκέψη της σπιτικής θαλπωρής που μας περίμενε στο Μαυρολιθάρι, ένιωθα σχεδόν λύπη που θα εγκαταλείπαμε τη σπηλιά που είχε σταθεί για μας ένα τόσο φιλόξενο καταφύγιο κι όπου, κάτω από την άγρυπνη φροντίδα του Μπάρμπα – Νίκου οι χωρικοί της Στρώμνης μας τάιζαν, ενώ εμείς, σαν τα μικρά πουλιά που περιμένουν στη φωλιά να μεγαλώσουν τα φτερά τους, ανίκανοι να κινηθούμε στο ύπαιθρο ή να προστατέψουμε τον εαυτό μας, περιμέναμε ανυπόμονα και τελικά είχαμε εξασφαλίσει την αναγκαία δύναμη ανταρτών που θα μας επέτρεπε να βγούμε από το καβούκι μας και να πραγματοποιήσουμε το έργο μας.

Πηγαίνοντας προς το Μαυρολιθάρι με μια συνοδεία από είκοσι μουλάρια, φορτωμένα με τα εφόδιά μας, και καθώς παίρναμε τη στροφή ενός στενού μονοπατιού, είδα ξαφνικά μπροστά μας τον Καραλίβανο που περίμενε να μας χαιρετήσει καθώς περνούσαμε. Όταν πλησιάσαμε, σηκώθηκε όρθιος και μας χαιρέτησε. Τον αγνόησα προσπερνώντας και το ίδιο έκαναν και οι αξιωματικοί μου. Λίγα βήματα παρακάτω ο Κρις με πλησίασε και είπε: «Αν δεν ήσουν Εγγλέζος, ο Καραλίβανος θα σου έκοβε το κεφάλι γι” αυτό που έκανες!».

«Ναι», απάντησα. «Αλλά όταν συναντηθώ με τον Άρη, μπορεί ο Καραλίβανος να δυσκολευτεί να διατηρήσει τα κεφάλι του στους ώμους του».

Στο Μαυρολιθάρι σκορπιστήκαμε σε διάφορα σπίτια. Εμένα και τον Κρις μας οδήγησαν σ” εκείνο που είχε καταλύσει ο Ζέρβας. Οι σπιτονοικοκύρηδες ήταν πολύ φτωχοί, αλλά έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μας περιποιηθούν και μας παραχώρησαν ακόμα και τα κρεβάτια τους. Η φιλοξενία και η γενναιοδωρία αυτών των βουνίσιων χωρικών ήταν αληθινά αξιοθαύμαστες.

Το απόγευμα, έφτασε ο Άρης με τους αντάρτες του. Ήταν ένας κοντός άντρας, στο ίδιο ύψος με τον Ζέρβα, αλλά πιο γεροδεμένος απ” αυτόν. Η μακρυά, μαύρη του γενιάδα, που εξισορροπούνταν από το μαύρο, γούνινο, κοζάκικο καπέλο του, έδινε στο πρόσωπό του μια ήπια, σχεδόν καλογερίστικη έκφραση, αλλά τα μάτια του ήταν βαθιά χωμένα στις κόγχες τους και — εκτός όταν χαμογελούσε — έριχναν μια αγριάδα στα χαρακτηριστικά του, που δεν χαλάρωναν παρά μονάχα όταν έπινε κρασί. Σιωπηλός και με αυστηρή έκφραση, μου έδινε πάντα την εντύπωση ότι είναι σε διαρκή επιφυλακή ενάντια σε κάποιον ή σε κάτι. Από την πρώτη μας συζήτηση συμπέρανα ότι, συμφωνώντας να συνεργαστεί μαζί μας στην ανατίναξη του Γοργοπόταμου, παράβαινε τις οδηγίες των ανωτέρων του στην Αθήνα να μην επιτίθεται σε συγκροτημένες εχθρικές δυνάμεις και ότι η παράβαση αυτή θα του στοίχιζε πιθανόν σοβαρές επιπλήξεις. Δεν απόκλεισε το ενδεχόμενο να φτάσουν στο μεταξύ διαταγές που να του απαγορεύουν να μας βοηθήσει, αλλά στην περίπτωση που οι διαταγές αυτές δεν θα έφταναν, ήταν έτοιμος να συνεργαστεί μαζί μας.

Την άλλη μέρα, 21 Νοεμβρίου, ανέπτυξα πάλι το σχέδιό μου για την επίθεση — και στους δυο αρχηγούς αυτή τη φορά. Έχοντάς το αναπροσαρμόσει σύμφωνα με την απροσδόκητη και ιδιαίτερα ευνοϊκή αύξηση των διαθέσιμων ανταρτών, εξήγησα λεπτομερειακά τα πλεονεκτήματα που θα είχε μια επίθεση κατά τη διάρκεια μιας από εκείνες τις νύχτες που το φεγγάρι θα ήταν γεμάτο. Η ύπαρξη του βαθιού αυχένα, που χώριζε τις δυο άκρες της γέφυρας — διακόσιες περίπου γυάρδες μήκος — έκανε αναγκαία τη σύσταση δυο εντελώς ανεξάρτητων ομάδων, που η καθεμιά θα χτυπούσε τα οχυρωμένα φυλάκια των Ιταλών σε κάθε άκρη. Στο νότιο άκρο, μια ισχυρότερη ομάδα έπρεπε όχι μονάχα να προσβάλει την αμυντική θέση του εχθρού, αλλά και να εξουδετερώσει τις τρεις ξύλινες παράγκες όπου έμενε ολόκληρη η φρουρά όταν ήταν εκτός υπηρεσίας. Δυο μικρότερες επικουρικές ομάδες, έπρεπε να κόψουν τη σιδηροδρομική γραμμή, βόρεια και νότια από τη γέφυρα, ένα μίλι, ώστε να καθυστερήσουν τις ενισχύσεις που θα έστελναν τα γειτονικά στρατόπεδα, όταν θ” αντιλαμβάνονταν την επίθεση. Σκοπός μου ήταν να κρατήσω την ομάδα καταστροφών εντελώς ανεξάρτητη από τις ομάδες που θα έκαναν την επίθεση, και για την ολοκλήρωση της ανατίναξης των τριών ανοιγμάτων της γέφυρας και των δύο ατσάλινων στύλων που την υποστήριζαν, θα χρειάζονταν δυο τουλάχιστον ανατινάξεις, μια ώρα ή και περισσότερο η μια από την άλλη. Υπολογίζοντας δυο ώρες για την προετοιμασία της κάθε έκρηξης, πίστευα πως θα χρειαζόμαστε ένα σύνολο τεσσάρων ωρών από τη στιγμή που η ομάδα καταστροφών θα πρωτοπλησίαζε στη γέφυρα. Υπολόγισα επίσης ότι οι πλησιέστερες εχθρικές ενισχύσεις, που θα ξεκινούσαν με αυτοκίνητα ή με το τραίνο, θα έφταναν δυο περίπου ώρες μετά την λήψη της διαταγής να κινηθούν. Ακόμα λοιπόν κι αν θα είχαμε καταφέρει να εξουδετερώσουμε τη φρουρά, θα έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε και να καθυστερήσουμε τις εχθρικές ενισχύσεις για δυο ακόμη ώρες, με άλλες ανεξάρτητες ομάδες.

Εκείνο το βράδυ, ο Άρης και ο Ζέρβας έστειλαν μια μικρή ομάδα για να κάνει αναγνώριση του εδάφους και να καθορίσει τους δρόμους απ” όπου θα πλησιάζαμε τη γέφυρα. Με την ομάδα αυτή πήγαν και οι επικεφαλής των διάφορων ομάδων που θα έπαιρναν μέρος στην επίθεση. Είχαν εντολή να επιστρέψουν σε σαράντα οχτώ ώρες. Στο μεταξύ ο Άρης εξαφανίστηκε. Όπως έμαθα αργότερα, είχε πάει σ” ένα γειτονικό χωριό, όπου του είχαν αναφέρει ότι έγινε μια ζωοκλοπή. Έβαλε να γυμνώσουν τον ένοχο κι ύστερα τον οδήγησε στην πλατεία του χωρίου, όπου ένας από τους πιο πρόσφατα στρατολογημένους αντάρτες του, ένα απλό παιδί, τον έδειρε δημόσια. Μ” αυτό τον τρόπο «κατηχούσε» τους νέους οπαδούς του. Μετά τράβηξε το περίστροφό του και πυροβόλησε τον ένοχο. Έτσι διατηρούσε την τάξη ο Άρης στη Ρούμελη εκείνη την εποχή. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που τ” όνομά του βρισκόταν στα χείλη όλων των κατοίκων της περιοχής. Ήταν μια σκληρή πειθαρχία, αλλά και η μόνη που θα μπορούσε να βγάλει τους απλούς εκείνους ανθρώπους από τον λήθαργο που τους είχε βυθίσει η φασιστική κατοχή και να βοηθήσει αποτελεσματικά το δυνάμωμα της ενεργητικής αντίστασης ενάντια στον εχθρό.

Αργά το βράδυ της 23ης Νοεμβρίου, η αναγνωριστική ομάδα γύρισε ανέπαφη. Ήταν όλοι καλά και είχαν μείνει ικανοποιημένοι από αυτά που είχαν δει.

Μέσα στη νύχτα κάναμε τα τελικά σχέδια για την πορεία και αποφασίσαμε να επιτεθούμε τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου. Ο Άρης και ο Ζέρβας ήθελαν και οι δυο να δουν το μέρος με τα μάτια τους πριν οδηγήσουν εκεί τους στρατιώτες τους. Έτσι, το άλλο πρωί, ο Άρης, ο Ζέρβας, ο Κρις κι εγώ ξεκινήσαμε, με μια μικρή σωματοφυλακή, για την τελική αναγνώριση. Η κύρια δύναμη, θα μας ακολουθούσε την επόμενη μέρα. Ήταν μια μέρα δρόμος μέχρι το σημείο συγκέντρωσης, για το οποίο είχαμε διαλέξει μερικές καλύβες ξυλοκόπων μέσα στο πυκνό δάσος της Οίτης, «κάπου έξι ώρες» με τα πόδια από τις γραμμές του τραίνου (όλες οι αποστάσεις στα ελληνικά βουνά μετριόνταν με το χρόνο και ποτέ δυο εκτιμήσεις από ντόπιους δεν ταίριαζαν μεταξύ τους). Σ” αυτές μπορούσε κανείς να προσθέσει ή να αφαιρέσει, ανάλογα με την ηλικία και τις σωματικές δυνάμεις του πάντα πρόθυμου πληροφοριοδότη και ανάλογα με την καταλληλότητα των παπουτσιών του· μερικές φορές μάλιστα, ανάλογα και με την επιθυμία του να εγκαταλείψεις ή όχι την περιοχή!

Περάσαμε τη νύχτα της 24ης Νοεμβρίου μέσα σε μια μικρή τσοπάνικη καλύβα, πάνω στην Οίτη. Το δάσος ήταν καλυμμένο από τριάντα και πλέον πόντους χιόνι. Σκοπεύαμε να κάνουμε την τελική αναγνώριση από τις πλαγιές του βουνού το πρωί της άλλης μέρας. Ήταν ακόμα σκοτεινά όταν μας ξύπνησε ο σκοπός. Είχε πυκνή ομίχλη και όσο ξημέρωνε φαινόταν να γίνεται πυκνότερη. Είμαστε τυλιγμένοι μέσα στα σύννεφα και η κατόπτευση των προσβάσεων της γέφυρας αποδείχτηκε αδύνατη. Αργότερα άρχισε να βρέχει. Αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στην καλύβα και να περιμένουμε μέχρι το πρωί με την ελπίδα ότι τα σύννεφα θα είχαν φύγει μέχρι τότε. Ήταν η τελευταία μας ευκαιρία.

Όλη εκείνη τη μέρα έβρεχε και χιόνιζε εναλλάξ, και όπως είμαστε ξαπλωμένοι μέσα στην υγρή καλύβα, με τα μάτια μας να πονάνε από τον καπνό της φωτιάς που είχαμε ανάψει στο χωματένιο της δάπεδο, έμοιαζε να έχουμε αλλόκοτα απομονωθεί από τον υπόλοιπο κόσμο από τα σερνάμενα εκείνα σύννεφα. Αλλά όταν ξυπνήσαμε το πρωί της 25ης Νοεμβρίου, διαπιστώσαμε ότι ο καιρός είχε καθαρίσει κάπως και ταίριαζε ακριβώς για το σκοπό μας. Κατεβήκαμε με προφύλαξη από το βουνό και φτάσαμε χίλιες γυάρδες από τη σιδηροδρομική γραμμή. Εκεί, έρποντας από το ένα σημείο κάλυψης στο άλλο, και περνώντας ανάμεσα από αργοβάδιστες και ξεφτισμένες τουλούπες σύννεφων, ρίξαμε μερικές θαυμάσιες ματιές στη γέφυρα. Αρκετές εκατοντάδες πόδια από πάνω μας, η γέφυρα έμοιαζε σαν παιδικό παιχνίδι. Παρατηρήσαμε προσεχτικά με τα κυάλια όλες τις προσβάσεις και την γύρω εξοχή. Ύστερα από μια ώρα, ο Άρης και ο Ζέρβας είχαν μείνει ικανοποιημένοι από αυτά που είχαν δει και απ” αυτά που ήμουν σε θέση να τους περιγράψω από την προηγούμενη επίσκεψή μου στη γέφυρα. Ξανανεβήκαμε στην Οίτη για να συναντηθούμε με το κύριο σώμα των ανταρτών στο σημείο που είχαμε συμφωνήσει.

Κατά τις τέσσερις το απόγευμα, οι άντρες άρχισαν να φτάνουν, βαδίζοντας σιωπηλά ο ένας πίσω απ” τον άλλο, βγαίνοντας μέσα από τα σύννεφα που τώρα είχαν καταλαγιάσει πάνω στις πλαγιές του βουνού. Καθώς έπαιρνε να σκοτεινιάζει, η ομίχλη σφίχτηκε γύρω μας και η ατμόσφαιρα έγινε μυστηριακή και απόκοσμη. Πήγα με τον Κρις από ομάδα σε ομάδα για να διαπιστώσω αν όλα ήταν εντάξει και αν τα εκρηκτικά, που ήταν φορτωμένα στα μουλάρια, είχαν μοιραστεί και συσκευαστεί κανονικά. Αυτά τα μουλάρια ήταν τα μόνα που είχαμε μαζί μας. Όταν θα άρχιζε η επίθεση, όταν το χλιμίντρισμα κάποιου απ” αυτά δεν θα μας ενδιέφερε πλέον, θα μετέφεραν τα εκρηκτικά όσο πιο κοντά στη γέφυρα γινόταν και από κει και πέρα θα τα πηγαίναμε με τα χέρια. Ο Κρις δεν κουραζόταν να με βοηθάει, ελέγχοντας μία μία τις ομάδες, μεταφράζοντας τα λεγόμενά μου και καθησυχάζοντάς με πως οι διαταγές μου είχαν σαφώς κατανοηθεί.

Σε μια τελική σύντομη συνομιλία με τον Άρη και το Ζέρβα για τον καθορισμό της ώρας μηδέν που οι δυο ομάδες θα έκαναν την ταυτόχρονη επίθεση στη βόρεια και στη νότια άκρη της γέφυρας, υπολογίσαμε ότι το νωρίτερο που όλες οι ομάδες θα μπορούσαν να φτάσουν στις καθορισμένες τους θέσεις αν ξεκινούσαν με το σούρουπο, ήταν η ώρα 10 μ.μ. Ο Ζέρβας ήθελε να ορίσουμε σαν ώρα μηδέν την ώρα αυτή, αλλά μειοψηφώντας απέναντι σε μένα και στον Άρη, δέχτηκε τις 11, αφήνοντας έτσι το περιθώριο μιας ώρας που είχα σκεφθεί πως ήταν αναγκαίο για να μπορέσουν όλες οι ομάδες να βρίσκονται στις θέσεις τους. Ακόμα και με την τελευταία αυτή ώρα μηδέν, που άφηνε περιθώριο τέσσερις ώρες και κάτι για ολόκληρο το εγχείρημα, θα μπορούσαμε ν” απομακρυνθούμε από τη γέφυρα λίγο μετά τις τρεις το πρωί, το αργότερο, και να κρυφτούμε πάλι μέσα στα έλατα της Οίτης προτού ξημερώσει.

Κατά τις έξι το απόγευμα, ξεκινήσαμε για τον προορισμό μας. Για ένα μικρό διάστημα, θα βαδίζαμε όλοι μαζί πάνω στο ίδιο μονοπάτι. Επικεφαλής βρισκόταν η ομάδα που θα πήγαινε μακρύτερα από τις άλλες και αποτελούνταν από 15 αντάρτες του ΕΛΑΣ, τον Τζων Κουκ και τον Νατ Μπάρκερ, και μετέφερε εκρηκτικά για να κόψει τις γραμμές, ένα μίλι νότια από τη γέφυρα, και ψαλίδια για να κόψει τα τηλεφωνικά καλώδια που βρίσκονταν δίπλα στις γραμμές. Μετά ακολουθούσε ο Θέμης Μαρίνος κι ένας αντάρτης αξιωματικός του Μηχανικού, με μια ισάριθμη ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ, που θα έκοβαν τις γραμμές από τη βόρεια πλευρά. Και οι δυο αυτές ομάδες είχαν διαταγή να κόψουν τα τηλεφωνικά καλώδια και να ετοιμάσουν τα εκρηκτικά για την ώρα μηδέν, αλλά για να εξασφαλιστεί το μάξιμουμ αποτελεσματικότητας της ενέδρας, δεν θ” ανατίναζαν τις γραμμές παρά μονάχα αν πλησίαζαν πράγματι εχθρικές ενισχύσεις ή τραίνο. Αν ωστόσο δεν έρχονταν ενισχύσεις μέχρι την ώρα που θα ριχνόταν η Πράσινη Φωτοβολίδα — το σήμα για τη γενική υποχώρηση — θα ανατίναζαν τις γραμμές πριν ν” αποχωρήσουν.

Μετά ερχόταν μια ομάδα από πενήντα περίπου άντρες που θα χτυπούσαν το νότιο άκρο της γέφυρας. Αυτή αποτελούνταν από άντρες του ΕΛΑΣ και του Ζέρβα, με επικεφαλής τον λοχαγό Μιχάλη. Ανάμεσα στην ομάδα βρισκόταν και ο Καραλίβανος με τους άντρες του, εκτός από τον Μπάφα που ήταν στην ομάδα καταστροφών. Καλούνταν ν” αποδείξουν την παλληκαριά τους. Ο Καραλίβανος μάλιστα έπρεπε να παλαίψει κυριολεκτικά για να σώσει το κεφάλι του, γιατί μετά την καταγγελία της λιποταξίας του στον Άρη, είχα συμφωνήσει να του δώσουμε μια ακόμα ευκαιρία για επανόρθωση, μια που καιγόταν να μας βοηθήσει στην επιχείρησή μας. Κατόπιν ερχόταν μια ομάδα από τριάντα περίπου αντάρτες του Ζέρβα, που προορίζονταν να χτυπήσουν τη βόρεια άκρη της γέφυρας. Ακολουθούσε το μικτό Επιτελείο μας, ο Ζέρβας, ο Άρης, ο Κρις κι εγώ· και αμέσως πίσω μας μια εφεδρική ομάδα από τριάντα αντάρτες, που οι περισσότεροι ανήκαν στον Άρη, αλλά που είχε και μερικούς άντρες του Ζέρβα. Τελευταία ερχόταν η ομάδα καταστροφών με επικεφαλής τον Τομ Μπάρνες και οχτώ πρόσθετους αντάρτες που ο καθένας έσερνε ένα μουλάρι.

Είχαμε στη διάθεσή μας πάνω από τέσσερις ώρες για να φτάσουμε ο καθένας στον τελικό του προορισμό. Η ομάδα που θα πήγαινε μακρύτερα απ” όλες είχε να κάνει τρία μίλια ταξίδι· το Επιτελείο, μονάχα ένα μίλι. Όλοι όμως έπρεπε να κινούμαστε προσεχτικά και σιγανά μέσα στο σκοτάδι. Κάναμε πολλές σύντομες στάσεις για να ελέγχουμε την κατεύθυνσή μας και ήταν ήδη δέκα η ώρα όταν — εκτός από την ομάδα καταστροφών — η τελευταία ομάδα είχε εξαφανιστεί αθόρυβα, απομακρυνόμενη από μας, μέσα στο σκοτάδι.

Κατά την προώθησή μας προς τα σημείο συνάθροισης, είχαμε νομίζω ξεκαθαρίσει ότι το Επιτελείο μας, με την εφεδρική ομάδα και την ομάδα καταστροφών, θα συγκεντρώνονταν σ” ένα σημείο που απείχε διακόσιες περίπου γυάρδες από τη γέφυρα και βρισκόταν — σε σχέση με τη δική μας προσέγγιση από το βουνό — στην απέναντι πλευρά του φαραγγιού. Από κει θα μπορούσαμε να ελέγχουμε τη μάχη και να διεκπεραιώσουμε την ομάδα καταστροφών, με την οποία ήθελα να πάω κι εγώ, μόλις οι δυο κύριες ομάδες επίθεσης θα έριχναν στον αέρα τις άσπρες φωτοβολίδες που θα έδειχναν ότι είχαν καταλάβει τις δυο άκρες της γέφυρας. Όταν όμως φτάσαμε στο σημείο που έπρεπε να διασχίσουμε για να πάμε από την άλλη πλευρά της κοιλάδας, διαπίστωσα τρομαγμένος ότι πρόθεση του Άρη και του Ζέρβα ήταν να κρατήσουν το Επιτελείο και την εφεδρική Ομάδα στην από δω μεριά και να περάσει απέναντι μόνο η ομάδα καταστροφών. Η αλλοίωση αυτή ή η παρανόηση των σχεδίων μου, σήμαινε δηλαδή ν” αφήσουμε την ομάδα καταστροφών να προχωρήσει χωρίς κάλυψη και χωρίς οδηγίες από μέρους μας για το πότε θα προωθηθεί στη γέφυρα και θ” αρχίσει να τοποθετεί τα εκρηκτικά στους σιδερένιους δοκούς.

Δεν κατάφερα ν” αλλάξω τη γνώμη ούτε του Άρη, ούτε του Ζέρβα. Έτσι, είπα στον Τομ Μπάρνες ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τους δικούς του ανθρώπους για κάλυψη και ότι θα του έδινα εγώ το σήμα από την άλλη πλευρά για το πότε θα προχωρήσει προς τη γέφυρα. Τον βεβαίωσα ότι μόλις θα του έδινα το σήμα, θα πήγαινα να τον συναντήσω από την άλλη πλευρά, αν και καταλάβαινα πως θα ήταν μάλλον δύσκολο να διασχίσω το ποτάμι εξαιτίας των ορμητικών νερών του. Χωρίσαμε με κάποια ανησυχία. Το Επιτελείο μας, μόνο του τώρα με την εφεδρική ομάδα, περίμενε σιωπηλά για είκοσι περίπου λεπτά κι ύστερα, λίγα λεπτά πριν από την ώρα Μηδέν, και κάτω από το θόρυβο ενός τραίνου που περνούσε, προχώρησε περισσότερο, φτάνοντας στις εκατόν πενήντα γυάρδες περίπου από τη γέφυρα. Εκεί βρήκαμε μια προεξοχή στο έδαφος που μας προστάτευε αρκετά από τα πυρά των όπλων. Η ομίχλη ήταν τώρα πιο αραιή και το γεμάτο φεγγάρι που την διαπερνούσε φώτιζε το τοπίο αρκετά καλά για το σκοπό μας. Οι συνθήκες ήταν πραγματικά ιδανικές.

Ένα δυο λεπτά πριν απ” τις έντεκα, ο Ζέρβας, ο Άρης, ο Κρις κι εγώ πλησιάσαμε την εφεδρική ομάδα, που είχε καλυφθεί πίσω από μια μικρή τούμπα στην άκρη του γκρεμού, και κοιτάξαμε κάτω τη γέφυρα. Μέσα από την αραιή ομίχλη διακρινόταν καθαρά και έμοιαζε τεράστια. Σιωπή βασίλευε ολόγυρα. Ανήσυχοι, με την κοιλιά κολλημένη στο έδαφος, περιμέναμε έτσι δεκατέσσερα ολόκληρα λεπτά. Επιτέλους, από τη βόρεια άκρη της γέφυρας, ακριβώς από κάτω μας, κι αφού είχαμε πλέον αρχίσει να σκεφτόμαστε ότι κάτι δεν πήγε καλά, ότι όλες οι ομάδες είχαν αργοπορήσει ή τις είχε καταπιεί το σκοτάδι, ξέσπασε πανδαιμόνιο.

Πυρά από όπλα και αυτόματα έμοιαζαν νάρχονται από κάθε κατεύθυνση, με τρομαχτική πυκνότητα. Μέσα στο πανδαιμόνιο μπορούσα να διακρίνω τον ήχο τεσσάρων με πέντε ελαφρών οπλοπολυβόλων που ξεκούφαιναν με τις ροπές τους. Ξέροντας ότι η επιτιθέμενη ομάδα είχε μονάχα δυο απ” αυτά τα όπλα, κατάλαβα πως η αντίσταση που συναντούσε ήταν σοβαρή. Οι σφαίρες περνούσαν πυκνές πάνω από τα κεφάλια μας. Ύστερα από είκοσι περίπου λεπτά τόσο πυκνού πυρός, ο Ζέρβας άρχισε να στεναχωριέται και, διαμέσου του Κρις, με πληροφόρησε πως αν το πράγμα συνεχιζόταν έτσι, σε λίγο θα μέναμε χωρίς σφαίρες. Λίγο αργότερα, πυκνά πυρά ξεσπούσαν και στο νότιο άκρο και η φωνή του λοχαγού Μιχάλη, που εμψύχωνε τους αντάρτες του, ακουγόταν καθαρά. Κατόπιν τα πυρά κατάπεσαν κάπως από κάτω μας και ένας αναστατωμένος αντάρτης πλησίασε για να μας πει ότι η ομάδα που έκανε επίθεση στη βόρεια πλευρά της γέφυρας, είχε αποκρουσθεί. Οι άντρες της είχαν προσπαθήσει να περάσουν μέσα από τα συρματοπλέγματα που προστάτευαν τα Ιταλικά φυλάκια και μερικοί είχαν καταφέρει να τρυπώσουν μέσα από ένα στενό άνοιγμα που είχαν δημιουργήσει, όταν ο εχθρός τους αντιλήφθηκε και έστρεψε καταπάνω τους μερικά αυτόματα. Οι αντάρτες, που δεν ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιας μορφής επιχείρηση, δεν μπόρεσαν ν” αντιμετωπίσουν το έντονο πυρ και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν σ” ένα άλλο σημείο κάλυψης.

Από τις ενθαρρυντικές κραυγές που εξακολουθούσαν, παρά το θόρυβο, να φτάνουν από την άλλη άκρη της γέφυρας, συμπεράναμε ότι εκεί τα πράγματα πήγαιναν καλά. Η κατάσταση στη δική μας πλευρά, απαιτούσε δραστικές ενέργειες. Αποφασίσαμε να κινητοποιήσουμε την εφεδρική ομάδα για ν” αποκαταστήσουμε την ισορροπία. Επικεφαλής της ομάδας αυτής ήταν ο υποδιοικητής του Ζέρβα, Κομνηνός Πυρομάγλου. Καθηγητής των ελληνικών στο Παρίσι κάποτε, ο Πυρομάγλου δεν ήταν μόνο ένας ικανός άνθρωπος, αλλά κι ένας θαρραλέος στρατιωτικός. Του αναθέσαμε λοιπόν την διοίκηση της νέας επίθεσης στη βόρεια πλευρά. Λίγα λεπτά αργότερα, έντονα πυρά ξεσπούσαν από κάτω μας, αλλά τα ελαφρά αυτόματα που συνέχιζαν να βάλλουν ήταν ακόμα πάρα πολλά, πράγμα που δεν μου άρεσε. Ύστερα από είκοσι ακόμα λεπτά με συνεχή πυρά, ο Ζέρβας έγινε πιο ανυπόμονος. Μου είπε πως ήταν σχεδόν βέβαιος ότι είχαμε προδοθεί, ότι οι Ιταλοί ήταν προειδοποιημένοι για την επίθεση και είχαν λάβει ενισχύσεις. Με πληροφόρησε ότι αν σε δέκα λεπτά δεν καταλαμβανόταν η βόρεια πλευρά της γέφυρας, θα έδινε το σήμα της γενικής υποχώρησης, ρίχνοντας την πράσινη φωτοβολίδα. Ζήτησε το πιστόλι. Δεν το είχε κανείς! Ευτυχώς, αν και απροειδοποίητα, το είχε πάρει μαζί του ο Πυρομάγλου. Έστειλα τον Κρις να το πάρει και τον διέταξα να το κρατήσει ο ίδιος στα χέρια του και να μην το δώσει σε κανένα χωρίς την άδειά μου. Δέκα λεπτά αργότερα ξαναγύρισε φέρνοντάς το, μαζί με τα νέα ότι ο Κομνηνός κρατούσε καλά και έλπιζε ότι σε λίγο θα είχε καταλάβει το δικό του άκρο.

Σχεδόν μια ώρα μετά την έναρξη της μάχης, δυνατές ζητωκραυγές έφτασαν από τη νότια άκρη της γέφυρας και σχεδόν αμέσως η Άσπρη φωτοβολίδα υψωνόταν στον αέρα. Η απέναντι πλευρά ήταν στα χέρια μας.

Οι ατσάλινοι στύλοι, που θ” ανατίναζε η ομάδα καταστροφών ήταν πιο κοντά σ” εκείνη την πλευρά παρά στη δική μας. Έτσι αποφάσισα να διακινδυνέψω και να δώσω διαταγή στον Τομ Μπάρνες και στην ομάδα του να προχωρήσουν. Κατέβηκα τρέχοντας σε ένα σημείο απ” όπου μπορούσα να βλέπω την απέναντι πλευρά, όπου ο Τομ και οι άντρες του περίμεναν το σύνθημά μου. Άναψα το φακό μου και φώναξα μ” όλη μου τη δύναμη: «Προχώρα, Τομ! Η νότια άκρη της γέφυρας είναι στα χέρια μας. Προχώρα! θάρθω κοντά σου μόλις μπορέσω».

«Οκέυ», απάντησε ο Τομ.

Ξαναγύρισα στο Ζέρβα και στον Άρη, όπου βρισκόταν και ο Κρις — απαραίτητος για μένα σαν διερμηνέας.

Η μάχη κάτω μας συνεχιζόταν. Ο Ζέρβας ήταν βέβαιος πως είχαμε μείνει σχεδόν χωρίς πυρομαχικά πλέον. Του είπα πως δεν μπορούσαμε να σκεφθούμε υποχώρηση τώρα, γιατί η ομάδα καταστροφών είχε ήδη συμπληρώσει εν μέρει το έργο της.

Ύστερα από δεκαπέντε ακόμα λεπτά, μη μπορώντας πλέον να περιμένω άπρακτος, είπα στον Κρις ότι θα πήγαινα να συναντήσω τον Κομνηνό, που μιλούσε σχετικά καλά τα αγγλικά, και ότι τον άφηνα σαν αντικαταστάτη μου με το Ζέρβα και τον Άρη. Του επανέλαβα τις διαταγές μου να μην επιτρέψει σε κανένα να δώσει το σήμα της υποχώρησης χωρίς την άδειά μου. Μ” έναν αντάρτη, που δεν ήξερε λέξη αγγλικά, σαν σωματοφυλακή μου, κατέβηκα την απότομη κατηφοριά που με χώριζε από το μέρος που βρίσκονταν οι άντρες του Κομνηνού. Πλησιάσαμε έρποντας τον επικεφαλής μιας από τις ομάδες, αλλά δεν ήξερε αγγλικά. Δεν μπορούσα να βρω τον Κομνηνό. Προσπάθησα με χειρονομίες να πείσω τον ομαδάρχη να προωθήσει τους άντρες του, αλλά δεν τα κατάφερα. Τα πυρά του εχθρού δεν ήταν πια τόσο έντονα και καταλάβαινα ότι η αντίστασή του είχε αρχίσει να κάμπτεται. Λίγα λεπτά αργότερα, πάνω απ” το βουητό της μάχης, ακούστηκε ένα δυνατό σφύριγμα. Ήταν το σήμα του Τομ Μπάρνες που μας καλούσε να καλυφθούμε γιατί ήταν έτοιμος να πυροδοτήσει τα καλώδια. Τα πυρά μας σταμάτησαν, καθώς οι άντρες έκρυβαν το κεφάλι τους, και σχεδόν αυτόματα σταμάτησαν και τα πυρά του εχθρού. Δυο λεπτά αργότερα μια τρομαχτική έκρηξη σκέπαζε τα πάντα κι ένας από τους σιδερένιους δοκούς — ω χαρά!— τιναζόταν στον αέρα μπροστά στα μάτια μου κι έπεφτε με πάταγο μέσα στη ρεματιά, ενώ ταυτόχρονα όλο το συγκρότημα άρχιζε να γέρνει.

Κατάφερα τελικά να πείσω τους αντάρτες γύρω μου να επιτεθούν και να υπερφαλαγγίσουν μέσα στο σκοτάδι τους λίγους Ιταλούς που δεν το είχαν σκάσει μέχρι τότε. Δευτερόλεπτα αργότερα, από κάπου ακριβώς πίσω μου, υψωνόταν στον αέρα η Λευκή φωτοβολίδα. Μαζί με την επιτυχή έκρηξη, που αποτελούσε το ήμισυ της αποστολής μας, η ιταλική φρουρά είχε κατανικηθεί πλήρως.

Περνώντας μέσα από τα συρματοπλέγματα και το ψηλό χορτάρι που κάλυπτε την όχθη της γέφυρας, προχώρησα προς τα ποτάμι, με σκοπό να το διασχίσω και να συναντηθώ με τον Τομ Μπάρνες, αλλά διαπίστωσα ότι το ρεύμα του νερού ήταν πολύ ορμητικό και, με την πρώτη απόπειρα που έκανα, αντιλήφθηκα ότι θα ήταν αδύνατο να κρατήσω την ισορροπία μου μέσα εκεί αν δεν είχα σκοινί και άλλους άντρες, εκτός από τον σωματοφύλακά μου, για να με βοηθήσουν. Φώναξα μ” όλη μου τη δύναμη στον Τομ, που ίσως να μη βρισκόταν περισσότερο από πενήντα γυάρδες μακριά μου, αλλά δεν μπόρεσε να μ” ακούσει. Όσο γρηγορότερα μπορούσα ξαναγύρισα στην άκρη της γέφυρας ανέβηκα απάνω και προχώρησα μέχρι το σημείο που είχε κοπεί. Ακριβώς μπροστά μου διέκρινα καθαρά ότι δυο από τις καμάρες της, που στηρίζονταν στον ατσάλινο στύλο, είχαν πέσει στο ρέμα μετά την έκρηξη. Σαράντα πόδια πάνω από το ποτάμι, που ο θόρυβός του ακουγόταν δυνατός κάτω μου, φώναξα πάλι μ” όλη μου τη δύναμη, καταφέρνοντας, αυτή τη φορά, να γίνω ακουστός από τον Ντένις Χάμσον. Μου είπε ότι χρειάζονταν άλλα σαράντα λεπτά για να γκρεμίσουν το άλλο ατσάλινο υποστήριγμα και μια μακρύτερη καμάρα, όπως και τα κομμάτια που κρέμονταν ήδη στο κενό.

Εκείνη τη στιγμή, μια δυνατή έκρηξη ακούστηκε από το Βορρά κι αμέσως κατόπιν πυκνά πυρά από την ίδια κατεύθυνση. Οι Ιταλοί έστελναν ενισχύσεις σιδηροδρομικώς από τη Λαμία. Το μόνο που μπορούσα να ελπίζω ήταν ότι η ομάδα του Θέμη θα κατάφερνε να τα βγάλει πέρα. Φώναξα στον Ντένις πως θάπρεπε να βιαστούν, γιατί δεν είχαμε πλέον πυρομαχικά και δεν θα μπορούσαμε να κρατήσουμε τις νέες εχθρικές δυνάμεις για πολλή ώρα.

Λίγα λεπτά αργότερα άκουγα τη φωνή του Κρις να φωνάζει πάνω από το λόφο: «Ο Ζέρβας λέει ότι σου δίνει ακόμα δέκα λεπτά και ότι μετά θα πρέπει να δώσουμε το σήμα της υποχώρησης».

«Μην τον αφήνεις να το δώσει σε καμιά περίπτωση», αποκρίθηκα, «αν δεν ακούσεις την δεύτερη έκρηξη από τη γέφυρα. Τουλάχιστον σε είκοσι λεπτά από τώρα».

«Εντάξει», φώναξε ο Κρις, «θα κάνω ό,τι μπορώ. Αλλά, για το Θεό, όχι παραπάνω από είκοσι λεπτά».

Πήγα πάλι στη γκρεμισμένη άκρη της γέφυρας και μετέδωσα στον Ντένις την συνομιλία μου με τον Κρις. Του είπα να βιαστούν όσο γινόταν περισσότερο.

Σε δεκαπέντε λεπτά, ο Τομ άφηνε το δεύτερο σφύριγμα. Ανάπνευσα μ” ανακούφιση. Τα εχθρικά πυρά από τα βόρεια πλησίαζαν όλο και περισσότερο και ήξερα ότι ήταν πολύ αμφίβολο αν θα μπορούσαμε ν” αντέξουμε άλλο. Ακολούθησε μια τρομερή έκρηξη. Δεν μπορούσα να δω τι έγινε ακριβώς. Η μακρινή καμάρα δεν έπεσε, όπως περίμενα, αλλά οι άλλες δυο τινάχτηκαν στον αέρα και μετά βούτηξαν στα ποτάμι. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα η Πράσινη φωτοβολίδα εξακοντιζόταν στον αέρα. Κατάλαβα ότι θα ήταν άσκοπο να προσπαθήσω να διαπιστώσω τι είχε γίνει ακριβώς με τη γέφυρα. Θα χρειαζόμουν αρκετά λεπτά για να πάω ως την γκρεμισμένη της άκρη και να γυρίσω, με κίνδυνο να παγιδευτώ από τις εχθρικές δυνάμεις που πλησίαζαν.

Όλοι οι άντρες είχαν εντολή, μετά το σήμα της υποχώρησης, να πάρουν τον κοντινότερο δρόμο και να γυρίσουν στο σημείο συγκέντρωσης: ένα μίλι πάνω στην Οίτη. Προχώρησα προς τα εκεί, με λίγους άντρες, περνώντας μέσα από την εξοχή, αλλά σύντομα χωρίσαμε. Έμεινα μόνο με το σωματοφύλακά μου, προσπαθώντας ν” ανοίξουμε δρόμο μέσα από την πυκνή βλάστηση. Αναπτερωμένοι από την επιτυχία της επιχείρησής μας, αν και φοβερά κουρασμένοι, αφού βρισκόμαστε στο πόδι από τις τέσσερις το πρωί της περασμένης μέρας, παλαίψαμε κυριολεκτικά να περάσουμε από ανάμεσά της και να βγούμε τελικά σ” ένα πέτρινο ξέφωτο που βρισκόταν από πάνω. Εδώ μπορέσαμε να προχωρήσουμε γρηγορότερα και σύντομα βρήκαμε το μονοπάτι που είχαμε κατεβεί λίγες ώρες πρωτύτερα. Μια συνοδεία από κουρασμένους αντάρτες βάδιζαν ήδη προς τα πάνω. Πρόλαβα έναν της ομάδας καταστροφών. Του είχε φύγει η σόλα από την αρβύλα του και προχωρούσε κουτσαίνοντας, με τη βοήθεια ενός ραβδιού. Μου είπε ότι η δεύτερη έκρηξη είχε κόψει και παραμορφώσει τις δυο ήδη πεσμένες καμάρες, αλλά ότι η γόμωση στο δεύτερο βάθρο, που αν ήταν δυνατή θα είχε γκρεμίσει μια ακόμα καμάρα, τώρα είχε κόψει δυο μόνο από τους τέσσερις στύλους, αφήνοντάς την στη θέση της.

«Δεν πειράζει», είπα, «κάνατε εξαιρετική δουλειά». Και τον άφησα να προχωρήσει με το πάσο του.

Όταν χάραξε βάδιζα ακόμη πάνω σ” ένα ανοιχτό, σκεπασμένο από χιόνι, πέτρινο έδαφος, απροστάτευτο από δέντρα. Κατά τις εφτά η ώρα, έφτασα επιτέλους στο σημείο συνάντησης, στην άκρη του δάσους, όπου βρήκα ήδη συγκεντρωμένους ένα μεγάλο τμήμα από αντάρτες να συζητούν ξαναμμένοι σε μικρές μικρές ομάδες. Αναζήτησα τον Ζέρβα και τον βρήκα μαζί με τον Άρη. Ήταν μαζί τους κι ο Κρις. Τους έσφιξα θερμά το χέρι, τους συγχάρηκα για τη θαυμάσια δουλειά που είχαν κάνει μαζί με τους αντάρτες τους, και τους ευχαρίστησα ειλικρινά. Λίγα λεπτά αργότερα, κι ενώ έλειπαν ακόμα κάπου τριάντα αντάρτες, ξεκινούσαμε πάλι με κατεύθυνση τις καλύβες του δάσους, κάπου έξι ώρες προς τα δυτικά.

Ανεβήκαμε τα υπόλοιπα χίλια πόδια που μας χώριζαν από την κορυφή της Οίτης και σταματήσαμε για πρώτη φορά μόνο άφου μπήκαμε για καλά στο πυκνά δάσος, τρεις περίπου ώρες αργότερα. Ξάπλωσα πάνω στο χιόνι και σχεδόν αμέσως με κατέλαβε κάτι σαν κώμα. Θυμάμαι τον Κρις να με σκουντάει στην πλάτη και να μου φωνάζει ανυπόμονα: «Μην κοιμάσαι! Δεν πρέπει να σε πάρει τώρα ο ύπνος».

«Εντάξει», απάντησα μάλλον ξέψυχα. «Μη στεναχωριέσαι για μένα».

Όταν σηκωθήκαμε για να κινήσουμε πάλι, αντιλήφθηκα ότι δεν με κρατούσαν πια τα πόδια μου (εξαιτίας της καθιστικής μου ζωής στο Κάιρο, ήμουν σίγουρα ο μαλθακότερος της ομάδας μας) και δέχτηκα ντροπιασμένος ν” ανεβώ σ” ένα από τα μουλάρια που μας είχαν κουβαλήσει τα εκρηκτικά. Ξαφνικά θυμήθηκα ότι δεν είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου από τις πέντε η ώρα του χθεσινού απογεύματος και τώρα ήταν δέκα το πρωί. Δεν είχα τίποτα μαζί μου, εκτός από ένα κομμάτι κέικ. Το έβγαλα από την τσέπη μου και το καταβρόχθισα. Με αναζωογόνησε αμέσως.

Προχωρούσαμε μέσα σε πυκνή ομίχλη, πράγμα που μας δημιουργούσε ένα έντονο αίσθημα ασφάλειας: με τέτοιο καιρό και μέσα στο δάσος, ούτε τ” αεροπλάνα δεν θα μπορούσαν να μας ανακαλύψουν. Αργότερα άρχισε να χιονίζει. Ο Θεός ήταν μαζί μας. Σε λίγο θα έσβηναν και τα ίχνη μας.

Κατά τις τρεις το απόγευμα φτάσαμε στις καλύβες και βρήκαμε τον πιστό Μπάρμπα – Νίκο να μας περιμένει με έτοιμο ζεστό φαί. Ανάψαμε φωτιές και καθώς καθόμαστε σταυροπόδι γύρω τους για να ζεσταθούμε, το μυαλό μου άρχισε πάλι να δουλεύει. Ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, χώρια η επιχείρηση, βρισκόμαστε σε συνεχή κίνηση: είχαμε ανέβει και κατέβει τα τέσσερις χιλιάδες πόδια της Οίτης κι είχαμε περπατήσει πολλές ώρες μέσα σε παχύ χιόνι. Οι περισσότεροι από μας είχαμε καλύψει συνολικά κοντά στα τριάντα μίλια ο καθένας από τότε που ξυπνήσαμε. Δεν ήταν λοιπόν περίεργο που ένιωθα κουρασμένος. Ένιωσα ένα αίσθημα ικανοποίησης να με διαπερνά, καθώς συνειδητοποιούσα ότι είχαμε φέρει σε πέρας την αποστολή μας. Με το αίσθημα αυτό και με γεμάτο στομάχι (αφού συγχάρηκα όλους και ιδιαίτερα την ομάδα του Τομ Μπάρνες για την γενναιοψυχία της) έπεσα για ύπνο.

Μέχρι αργά εκείνο το βράδυ και όλη τη νύχτα, οι μαχητές κατέφθαναν ένας ένας, και όταν το πρωί ξεκινήσαμε πάλι, είχαν επιστρέψει όλοι. Δεν είχαμε κανένα νεκρό· μονάχα τέσσερις τραυματίες, που τους βάλανε πάνω στα μουλάρια. Η γενική μας εντύπωση ήταν πως ο συνολικός αριθμός της ιταλικής φρουράς ανέρχονταν σε ογδόντα άντρες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, είκοσι με τριάντα τουλάχιστον απ” αυτούς είχαν σκοτωθεί. Μονάχα εγώ, καθώς τριγύριζα στη βόρεια άκρη της γέφυρας, είχα δει έξι πτώματα.

Ξαναμπήκαμε θριαμβευτικά στο Μαυρολιθάρι στις 27 Νοεμβρίου. Την άλλη μέρα, την περάσαμε αναπαυόμενοι και συζητώντας τα διάφορα περιστατικά από το εγχείρημά μας στον Γοργοπόταμο.

Πλησιάζοντας στη βάση της γέφυρας, ο Τομ Μπάρνες είχε διαπιστώσει με απογοήτευση ότι το πραγματικό σχήμα των τεσσάρων στύλων σε καθεμιά από τις δυο ατσάλινες καμάρες ήταν U ενώ εμείς το νομίζαμε L. Τότε, κι ενώ η μάχη γύρω του βρισκόταν στο ζενίθ, χρειάστηκε να συγκεντρώσει την ομάδα του, να ξελύσει τα έτοιμα δέματα των εκρηκτικών και να τα τοποθετήσει με το χέρι στους κάθετους δοκούς της γέφυρας. Παρόλα αυτά ήταν έτοιμος για την πρώτη ανατίναξη μια ώρα μετά την προσέγγισή του στη γέφυρα. Υπολόγισα ότι η σπουδαία αυτή δουλειά της ομάδας καταστροφών είχε κόψει τη σιδηροδρομική επικοινωνία με την Αθήνα για έξι με δώδεκα βδομάδες, πράγμα που εξαρτιόταν από το αν θα έκλειναν το χάσμα με πρόχειρη η μόνιμη κατασκευή.

Ο Θέμης ανάφερε ότι είχε ανατινάξει τη γραμμή στη βόρεια πλευρά της γέφυρας, ακριβώς μπροστά στο τραίνο που έφερνε τις ενισχύσεις από τη Λαμία, αλλά η μηχανή είχε περάσει πάνω από το ρήγμα χωρίς να εκτροχιαστεί. Ο έλληνας οδηγός την είχε σταματήσει φωνάζοντας: «Μας πιάσαν οι αντάρτες!» και σε συνέχεια κατάφερε να κάνει όπισθεν και να περάσει πάλι απάνω από το ρήγμα, χωρίς να πάθει ζημιά. Η ομάδα του Θέμη είχε προκαλέσει σοβαρές απώλειες στους Ιταλούς που βρίσκονταν μέσα στα βαγόνια, πριν αποσυρθεί μ” επιτυχία.

Η ομάδα του Τζων Κουκ, ένα μίλι στα νότια της γέφυρας, δεν ενοχλήθηκε καθόλου και όταν δόθηκε το σήμα της υποχώρησης ανατίναξε τη γραμμή πριν αποχωρήσει.

Έλαβα αρκετές αναφορές για την προσωπική γενναιότητα που είχε επιδείξει ο Καραλίβανος και η μικρή του ομάδα. Παρακάλεσα λοιπόν τον Άρη να ξεχάσει αυτά που του είχα πει και αναζητώντας τον Καραλίβανο, του μίλησα για πρώτη φορά από τότε που τον είχα κατσαδιάσει στη Στρώμνη, του είπα να θεωρήσει περασμένα ξεχασμένα αυτά που είχαν συμβεί, και σφίγγοντάς του το χέρι τον ευχαρίστησα για την γενναία συμβολή του στην επιτυχία της επιχείρησης.

Ο Ζέρβας είπε ότι θα έφευγε την άλλη μέρα για να επιστρέψει στον Βάλτο. Ο Κρις, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε από το Κάιρο, θα τον συνόδευε. Εγώ και οι υπόλοιποι της ομάδας μας θα επιβιβαζόμαστε σε κάποιο υποβρύχιο από τις δυτικές ακτές της Ελλάδας κι έτσι αποφάσισα να πάω μαζί τους μέχρι το Βάλτο. Καθώς ο ασύρματός μας εξακολουθούσε να μη λειτουργεί, στείλαμε έναν αγγελιοφόρο στην Αθήνα να πει στον Προμηθέα να μεταβιβάσει τα νέα της επιτυχίας μας στο Κάιρο και να δώσει συγκεκριμένο ραντεβού για το υποβρύχιο και τις μέρες που θάπρεπε να το περιμένουμε. Ο Κρις ζήτησε επίσης να κάνουν μια ρίψη με άρβυλα, ρουχισμό και όπλα, καθώς και ένα κιβώτιο με ουίσκυ σαν δώρο για τον Ζέρβα, μεταξύ 12 με 18 Δεκεμβρίου, όταν πια θα είχε φτάσει στο Βάλτο.

Είπα στο Ζέρβα και στον Άρη ότι θα τους πρότεινα (όπως και αρκετούς άλλους) για παράσημο. Όταν το άκουσε ο Άρης, απάντησε: «Δεν θέλω παράσημο, θα προτιμούσα αρβύλες για τους αντάρτες μου». Του είπα ότι θα τον προμήθευα όσο συντομότερα μπορούσα, αλλά προς το παρόν μου ήταν δύσκολο γιατί ο ασύρματος δεν λειτουργούσε. Όταν άκουσε ότι σκόπευα να κινηθώ προς τα δυτικά την άλλη μέρα, είπε πως αυτός θα έμενε στην περιοχή της Ρούμελης για να ταχτοποιήσει ορισμένα θέματα, αλλά πιθανόν να ερχόταν να μας επισκεφθεί αργότερα. Ο Κρις κι εγώ ελπίζαμε ότι θα ένωνε τις δυνάμεις του με τον Ζέρβα, ώστε το αντάρτικο κίνημα να γίνει ενιαίο, αλλά δεν θα το έκανε. Ρώτησε αν μπορούσε να μείνει μαζί του σαν σύνδεσμος ένας βρετανός αξιωματικός. Ο Κρις του απάντησε ότι θα ταχτοποιούσε το θέμα αυτό το συντομότερο δυνατό, αλλά για την ώρα δεν είχε κανένα διαθέσιμο. Εκτός από τον ίδιον και τον Θέμη, όλοι οι άλλοι θα μπαρκάριζαν. Του δώσαμε διακόσιες πενήντα χρυσές λίρες για τις γενναίες υπηρεσίες του.

Ο πιο συγκινητικός αποχαιρετισμός έγινε με τον Μπαρμπα-Νίκο. Είπε πως τώρα έπρεπε να επιστρέψει στο χωριό του και να φροντίσει την οικογένειά του. Του είπα πως θα τον πρότεινα για ένα ειδικό παράσημο. Χωρίς τη βοήθειά του, κανένας δεν ξέρει τι θα γινόμαστε.

Την άλλη μέρα χωρίσαμε. Εμείς πήγαμε προς τα δυτικά κι ο Άρης έφυγε προς το Νότο, προφανώς για να συλλάβει κάποιον άλλο ζωοκλέφτη και να τον τιμωρήσει με τη συνηθισμένη του μέθοδο. Ο Μπαρμπα – Νίκος, με δάκρυα στα μάτια, αναχώρησε για το χωριό του.

από το http://greg61.gr/blog/%C…%CF%85/

(Η Πραγματική Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας)

όπου και ολόκληρο ως ακολούθως:

Η ελληνική περιπλοκή

Advertisements

Written by dds2

Νοέμβριος 24, 2013 στις 12:21 πμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: