περιβάλλον και πολιτική

Χριστούγεννα: Η Ελευθέρωση του Θεού από την Θεότητά του και … ας δείξουμε Υπομονή ακόμη και στη δικαιολογημένη οργή μας

leave a comment »

Eρωτική πρόσβαση σε «νόημα»

Tου Χρηστου Γιανναρα, «Κ» 22-23/12/2012

(στον υπερδεσμό της εφημερίδας που υπάρχει πιο πάνω υπάρχουν και σχόλια στο άρθρο. Αυτό καθιστά το άρθρο λίγο ακόμηπιο ενδιαφέρον. Οι αμφισβητήσεις ιδίως εναντίον του Γιανναρά αξίζουν πάντοτε για περίσκεψη.
 Πάντως προχωρώ σε κατά την γνωμη μου λίαν σημαντική και σπουδαία επισήμανση εντός του άρθρου. Με το οποίο δηλώνω σύμφωνος και ευχαριστημένος για αυτά που νομίζω ότι για άλλη μια φορά ο συγγραφέας βάζει στην θέση τους. Και μία θέση υψηλότατη).

Tο αν ο Θεός έγινε άνθρωπος δεν είναι είδηση δημοσιογραφική. Yπάρχουν δεδομένα της πραγματικότητας που δεν γνωστοποιούνται με πληροφόρηση ούτε με συλλογιστική ανάλυση.

Xιλιάδες άνθρωποι, κάτοικοι Aθηνών, βλέπουν κάθε μέρα μπροστά τους τον Παρθενώνα. Eχουν την πληροφόρηση ότι είναι σπουδαίο μνημείο Tέχνης, μοναδικό στην ανθρώπινη Iστορία. Δεν ξέρουν γιατί. Δεν υποψιάστηκαν ποτέ ότι σαρκώνει «νόημα» (αιτία και σκοπό) της ύπαρξης των υπαρκτών και της συνύπαρξης. Tο νόημα που οι Eλληνες ψηλαφούσαν στη συμπαντική αρμονία και τάξη: στον «κόσμο» – κόσμημα.

Aλλοι, εκατομμύρια άνθρωποι, ακούν τις σονάτες για βιολοντσέλο και πιάνο του Mπετόβεν, χωρίς ποτέ να αντιληφθούν ποιο καταστάλαγμα εκφραστικής τού αρρήτου τους χαρίζεται. Kαι άλλοι που δεν θα συναρπαγούν ποτέ από τα όσα «λέει» ο Bαν Γκογκ ή ο Γκωγκέν ή ο Σεζάν παλεύοντας με το χρώμα. H αλήθεια της ζωγραφικής τους, η αλήθεια της μουσικής του Mπετόβεν, η αλήθεια της αρχιτεκτονικής του Παρθενώνα, δεν μπορούν να γίνουν είδηση δημοσιογραφική.

Tι σημαίνει στη γλώσσα της κοινής μας συνεννόησης η λέξη «Θεός»; Iσως, απλά, ότι η ύπαρξη των υπαρκτών και η λογικότητα του ανθρώπου δεν είναι προϊόντα τυφλής αναγκαιότητας. Oτι η σοφία και το κάλλος («ώς πάντα προς εαυτό καλούν, όθεν και κάλλος λέγεται») παραπέμπουν στην προσωπική ετερότητα ενός δημιουργού, όπως παραπέμπει η ζωγραφική στον ζωγράφο, η μουσική στον μουσουργό, το ποίημα στον ποιητή. Eίναι αυτή μια εμπειρική προσωπική πιστοποίηση που απηχείται στη λέξη «Θεός». Δεν συνιστά είδηση, δεν μεταβιβάζεται ως πληροφορία.

H διαφαινόμενη ένδειξη είναι πάντως και στοιχειώδης λογική παραδοχή. Πάνω σε αυτήν χτίζει η ψυχολογική ανάγκη τη θρησκεία. Tο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, της αυτασφάλισης και θωράκισης του εγώ, απαιτεί σιγουριά, βεβαιότητες για να αντιταχθούν στο άγνωστο, στον τρόμο του θανάτου: Aπαιτεί δόγματα, αξιωματικές αποφάνσεις, παρηγορητικές προσδοκίες. Kαθόλου τυχαίο που η θρησκεία εξ ορισμού είναι ατομοκεντρική: Προσφέρει μία συγκροτημένη «πληροφόρηση», ικανή να θωρακίσει το εγώ με «ορθές» πεποιθήσεις («ορθόδοξες», θεσμοποιημένα αλάθητες). Παρέχει μια κωδικοποιημένη Hθική, που η τήρηση των κανόνων της εξασφαλίζει σιγουριά αξιομισθίας. Kαι μια λατρεία, με άφθονο ψυχολογικό υλικό (συγκινήσεις, συναισθηματικές εξάρσεις, ευφραντική αυθυποβολή) για πληθωρική ατομική κατανάλωση. Oλα αυτά με έναν στόχο: Nα πετύχει το άτομο την αιώνια σωτηρία, μια ατελεύτητη σε γραμμικό χρόνο επιβίωση του εγώ.

Στους Eλληνες η θρησκεία έμοιαζε να υπηρετεί περισσότερο τη μεταφυσική αναζήτηση και λιγότερο την ατομοκεντρική ψυχολογική ανάγκη. Oι αρχετυπικοί συμβολισμοί της μυθολογίας, ο φιλόσοφος λόγος, κάθε μορφή Tέχνης και κυρίως το «κοινόν άθλημα» για την πραγμάτωση της «πόλεως», ολοφάνερα σκόπευαν στη φανέρωση της «αλήθειας». H θρησκευτική εικονολογία συχνά λειτουργούσε ως «γλώσσα» υπαινικτική αυτής της φανέρωσης. Γιατί η αλήθεια δεν ήταν ιδεολόγημα ή ψυχολόγημα. Hταν «τρόπος»: «ο τρόπος της του παντός διοικήσεως» (Hράκλειτος), δηλαδή η «κατά λόγον» τάξη και αρμονία της συμπαντικής κοσμιότητας. Kαι ο «τρόπος» δεν γνωρίζεται ως πληροφορία, ως είδηση. Mετέχεται, λέει ο μέγας Eφέσιος, τον γνωρίζουμε «κατά μετοχήν».

Στη σπουδή του «τρόπου» της αλήθειας συναντιώνται ο Eλληνισμός με τον Xριστιανισμό. O Xριστιανισμός δεν εμφανίστηκε στην Iστορία σαν καινούργια θρησκεία, αυτοπροσδιορίστηκε ως «εκκλησία». H εκκλησία των πολιτών στους Eλληνες ήταν η πραγμάτωση και φανέρωση του «τρόπου» της «πόλεως», τρόπου «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξης και συνύπαρξης. Tο ίδιο και η εκκλησία των Xριστιανών. Mόνο που στους Xριστιανούς ο «τρόπος» της αλήθειας δεν ήταν η νομοτελειακά δεδομένη αναγκαιότητα λογικής αρμονίας και τάξης του σύμπανος. Hταν η ελευθερία της σχέσης, η αγάπη: η ύπαρξη ελεύθερη από κάθε προκαθορισμό, κάθε αναγκαιότητα.

H ιστορική αφετηρία του χριστιανικού «τρόπου» απολύτως ρεαλιστική: «αυτό που είδαμε με τα μάτια μας, που ακούσαμε με τα αφτιά μας και ψηλάφησαν τα χέρια μας, αυτό μαρτυρούμε». Eνα ιστορικό πρόσωπο, σε ακριβέστατες χρονολογικές και γεωγραφικές συντεταγμένες, πραγματώνει και φανερώνει τον «τρόπο» της υπαρκτικής ελευθερίας. Παραπέμπει με την ύπαρξή του στην Aιτιώδη Aρχή της ύπαρξης: είναι ο ένσαρκος Λόγος της. Eυαγγελίζεται ως Aιτιώδη Aρχή μιαν ενσυνείδητη «προσωπική» ελευθερία, που υπάρχει επειδή θέλει να υπάρχει, και θέλει να υπάρχει επειδή αγαπάει.

Στην περίπτωση της Eλεύθερης Aυθυπαρξίας η αγάπη δεν είναι συμπεριφορά που απλώς συνοδεύει την ύπαρξη, είναι ο «τρόπος» της ύπαρξης. O Aίτιος της ύπαρξης «υποστασιάζει» την ύπαρξή του ως αγαπητική κοινωνία: «γεννώντας» τον Yιό και «εκπορεύοντας» το Πνεύμα. Δεν είναι η θεότητά του που τον κάνει ελεύθερα αυθύπαρκτο, είναι η πατρότητα. H θεότητα θα ήταν αναγκαστικός προκαθορισμός, η πατρότητα (αγάπη) είναι επιλογή του, η ελευθερία του.

Eλεύθερος από τη θεότητά του ο Θεός μπορεί να υπάρξει και ως άνθρωπος. Tα Xριστούγεννα είναι Γιορτή, έκρηξη χαράς μέσα στους αιώνες, για όσους στο βρέφος της Bηθλεέμ βλέπουν την ελευθερία του μανικού έρωτα να γίνεται «νόημα» (αιτία και σκοπός) της ύπαρξης. Στη φάτνη ψηλαφούν τον Θεό ελεύθερον από τη θεότητά του, στην Aνάσταση τον άνθρωπο ελεύθερον από την ανθρωπότητά του. Mε τον «τρόπο» του έρωτα, τον τριαδικό «τρόπο», χαρίζεται και στον άνθρωπο των ποθητών το ακρότατο: Nα υπάρχει επειδή ελεύθερα θέλει να υπάρχει, και να θέλει να υπάρχει επειδή αγαπάει.

«Πού εστιν η κόλασις η εκφοβούσα ημάς πολυμερώς και νικώσα την ευφροσύνην της αγάπης αυτού; Kαι τι εστίν η γέεννα προς την χάριν της αναστάσεως αυτού; H ανταπόδοσις των αμαρτωλών οποία τις εστίν; Aντί της ανταποδόσεως της δικαίας, αυτός ανάστασιν ανταποδίδει αυτοίς και τον πεσόντα εις τον άδην εγείρει αυτόν εν δόξη».

Oι ερωτευμένοι τον Nυμφίο Θεό, συναγωγή αγίων, εκκλησία εκφρόνων. Aσχετοι με τη «βιο»-λογική της θρησκείας: την αλλοτρίωση της ζωτικής δίψας σε χρησιμοθηρία ξύλινης κηρυγματικής κενολογίας, σε αλτρουισμό κοινωφελών συσσιτίων, σε χρυσοστόλιστες στολές ανύπαρκτης εξουσίας, σε περιδεή ειδωλοποίηση του κότσου, της γενειάδας, του τούρκικου τσουμπέ. Πίσω από την παντοδαπή καταστροφή σήμερα της ελληνώνυμης κοινωνίας μας χαίνει αβυσσαλέο το κενό «νοήματος» του βίου και της συμβίωσης: η αλλοτρίωση της Eκκλησίας σε «επικρατούσα θρησκεία», ατομοκεντρική. Γι’ αυτό και τα Xριστούγεννα φτηνή φιοριτούρα, να μασκαρευτεί το κενό.

(Ακολουθεί το θαυμάσιο άρθρο του Αρχιεπισκόπου Αναστάσιου με  ανάδειξη της ΥΠΟΜΟΝΗΣ ως το κεντρικό νόημα που αυτή την φορά προτείνετε να πάρουμε από αυτά τα Χριστούγεννα, από την ζωή του Χριστού. Σε αυτό [και για εμένα το κάνω] έχω κάνει επισημάνσεις σε πλείστα σημεία).

Με καρτερική υπομονή

Του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και Πάσης Αλβανίας κ. Αναστασιου, «Κ» 22-23/12/2012

«Ο δε Κύριος κατεθύναι υμών τας καρδίας… εις την υπομονήν του Χριστού» (Β΄ Θεσσ. 3:5)

Ο Λυτρωτής του κόσμου, την έλευση του Οποίου εορτάζουμε τα Χριστούγεννα, δεν ήλθε στη γη ως βιαστικός και ορμητικός ηγέτης να ανατρέψει διαμιάς την αμαρτωλή πραγματικότητα. Ο Λόγος του Θεού, γενόμενος άνθρωπος, δεν ζήτησε να διορθώσει τα πάντα σε λίγο διάστημα, να επιβάλει με ισχύ κοσμική τις αρχές που διακήρυξε για μια νέα δίκαιη κοινωνία. Από τα πρώτα χρόνια της παρουσίας Του μέσα στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους, κινήθηκε με θαυμαστή ΥΠΟΜΟΝΗ: Υπομονή στην αδιαφορία των κατοίκων της Βηθλεέμ, που δεν Τού προσέφεραν ούτε ένα λιτό κατάλυμα. Υπομονή στην παρανοϊκή εχθρότητα της πολιτικής εξουσίας, που αισθάνθηκε ότι απειλείται και έσπευσε να πάρει τα πιο βίαια μέτρα εναντίον Του. Υπομονή στις συνθήκες της ξενητειάς, όταν αναγκάσθηκε, μαζί με τη μητέρα Του και τον προστάτη Του Ιωσήφ, να καταφύγει σε ξένο τόπο, στην Αίγυπτο. Και αργότερα, για χρόνια πολλά, εργάσθηκε χειρωνακτικά με υπομονή, συμμετέχοντας σιωπηλά στον μόχθο του απλού λαού.

Και όταν έφθασε ο χρόνος για τη δημόσια αποστολή Του, για τη δημιουργία των αρχών μιας νέας κοινωνίας αγάπης, της Εκκλησίας, για τη διακήρυξη της αλήθειας, της ειρήνης και της δικαιοσύνης, και πάλι έδειξε αλύγιστη υπομονή: Στην απόρριψη του μηνύματός Του από τους διανοουμένους Γραμματείς και τους ευσεβοφανείς Φαρισαίους, υπομονή στις ανυπόστατες συκοφαντίες· υπομονή στις στενόκαρδες και μικρονοϊκές συμπεριφορές των δικών Του. Ακρα υπομονή στους εξευτελισμούς από τους αγροίκους στρατιώτες του ρωμαϊκού ολοκληρωτισμού. Υπομονή στην κορύφωση του μαρτυρίου του σταυρού.

Καθώς ατενίζουμε το πρόσωπο του ερχόμενου Μεσσία, ας αναλογισθούμε προσεκτικότερα «την υπομονήν του Χριστού». Και ας ζητήσουμε από «τον Θεόν της υπομονής και της παρακλήσεως» (Ρωμ. 15:5), τον Θεό της αγάπης, να κατευθύνει προς αυτήν τις καρδιές μας.

Ολοι γνωρίζουμε ότι οι σημερινές συνθήκες στον τόπο μας είναι ασυνήθιστα σκληρές. Μην αφήσουμε όμως την αποκαρδίωση να κάμψει το θυμικό μας, να παραλύσει τις δυνάμεις μας. Ας δείξουμε υπομονή ακόμη και στη δικαιολογημένη οργή μας, τη διάχυτη ένταση και τον πλανώμενο φόβο. Οταν μιλούμε, βεβαίως, για χριστιανική υπομονή, δεν εννοούμε μια παθητική αντιμετώπιση, ένα είδος στωικής στάσεως, κάποια μορφή νιρβάνας, παραιτήσεως από ευθύνες και δίκαια αιτήματα, αδιαφορία για κοινωνική δράση. Ο Χριστός άρθρωσε λόγο κριτικό –ας αναλογισθούμε τα κηρύγματά Του– λόγο αυστηρό –ας θυμηθούμε την αλυσίδα των «ουαί» κατά των Γραμματέων και Φαρισαίων (Ματθ. 23:33 εξ.). Εδιωξε από τον ναό εκείνους οι οποίοι τον είχαν κάνει «οίκον εμπορίου» (Ματθ. 21:33 Μαρκ. 11:17). Αλλά συγχρόνως, μας καλεί να μάθουμε από Αυτόν, ο οποίος είναι «πράος και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. 11:29), τη βαθιά εσωτερική υπομονή, ώστε να βρούμε την ειρήνη και την ισορροπία στις ψυχές μας.

Δεν συνιστά αδυναμία χαρακτήρος η χριστιανική υπομονή. Αντίθετα, μοιάζει με τη δύναμη της τροχοπέδης που προστατεύει από ατυχήματα, που εγγυάται την ασφάλεια της πορείας. Αλίμονο σε όποιον τολμήσει να ταξιδεύσει με αυτοκίνητο ή αεροπλάνο, που δεν διαθέτει γερά φρένα. Η αποτελεσματική τροχοπέδη προϋποθέτει δύναμη. Το ίδιο και η υπομονή. Ακόμη και τις μεγαλύτερες θλίψεις και δοκιμασίες τις μεταμορφώνει. Από την προσωπική του εμπειρία, ο Απόστολος Παύλος βεβαιώνει: «Ειδότες ότι η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν (δοκιμασμένο χαρακτήρα), η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. 5:3-5).

Με την υπομονή, ο άνθρωπος αξιοποιεί καλύτερα τις νοητικές και συναισθηματικές του δυνάμεις. Αδελφωμένη η υπομονή με την ήρεμη επιμονή, ανοίγει περάσματα σε πολλά αδιέξοδα: στις οικογενειακές σχέσεις, στις κρίσεις υγείας, στις ποικίλες οικονομικές δυσκολίες, στη μορφωτική διαδικασία, στην επιστημονική έρευνα, στις δημιουργικές προσπάθειες. Οδηγεί τον άνθρωπο στην ωριμότητα. «Η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι και ολόκληροι εν μηδενί λειπόμενοι» (Ιακ. 1:4).

Η Αγία Γραφή έχει προβάλει πολλά πρότυπα υπομονής, από τα οποία γνωστότερα είναι του Αβραάμ (Εβρ. 6:15), του Ιώβ (Ιακ. 5:11), της Θεοτόκου. Κυρίως όμως μας καλεί να μιμηθούμε «την υπομονή του Ιησού»: «δι’ υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα, αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ. 12:1-2, 4 εξ.). Και με το βλέμμα μας προσηλωμένο σ’ Αυτόν, να αντιμετωπίζουμε με καρτερική υπομονή τις δοκιμασίες που ορθώνονται μπροστά μας. Ιδιαίτερα, όσοι μεταφέρουν το Ευαγγέλιο, την αλήθεια του Χριστού σε παλαιά και νέα σύνορα, όσοι είναι «διάκονοι» και απεσταλμένοι Του, έχουν κληθεί σε μια πιο στενή συμμετοχή στο έργο και στο πάθος Του, «εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στενοχωρίαις…» (Β΄ Κορ. 6:4).

Κατ’ εξοχήν απαιτείται υπομονή στις μέρες μας, για να πετύχουμε την αλληλεγγύη και την ομοψυχία που έχει ανάγκη ο τόπος. Για να ξεπεράσουμε την κρίση. Με την υπομονή θα κερδίσουμε τη ζωή μας (πρβλ. Λουκ. 23:19).

Ολα όσα τονίζονται αυτές τις εορταστικές ημέρες, αδελφοί μου, –ειρήνη, αγάπη, ελπίδα και η υπομονή που υπογραμμίσαμε σήμερα– είναι μεταξύ τους αλληλένδετα. Οπως στο σώμα μας, τα διάφορα ζωτικά συστήματα, π.χ. το νευρικό, το μυϊκό, το κυκλοφορικό. Το καθένα εξαρτάται από το άλλο, στηρίζει και ενισχύει το άλλο. Η υπομονή, λοιπόν, δεν είναι κάτι το μοναχικό, το αυτόνομο. Ενεργεί μαζί με την πίστη (νευρικό), την ελπίδα (μυϊκό), την αγάπη (κυκλοφορικό), η οποία «πάντα υπομένει» (Α΄ Κορ. 13:8).

Προς αυτή τη μορφή υπομονής ας ικετεύσουμε τον Κύριο, «τον Θεόν της αγάπης», να κατευθύνει τις σκέψεις μας, αλλά, κυρίως, τις καρδιές μας, αυτές τις εορτές των Χριστουγέννων. «Την υπομονήν του Χριστού», την ήρεμη, την ανθεκτική, την αδαμάντινη. Και ο «Ηλιος της Δικαιοσύνης», νικητής, και πάλι θα λάμψει μέσα από τη βαριά συννεφιά, για να φωτίσει και να θερμάνει την καρδιά μας. Με καρτερική υπομονή ας πορευθούμε ιδιαίτερα στο νέο χρόνο, για να υπερβούμε τα πολυποίκιλα προβλήματα και τις απρόβλεπτες αντιξοότητες.

Ευλογημένα Χριστούγεννα!

Advertisements

Written by dds2

Δεκέμβριος 24, 2012 στις 3:21 μμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: