περιβάλλον και πολιτική

Μπερνάρ Τσουμί, για το Μουσείο Ακρόπολης

leave a comment »

Η φόρμα είναι αποτέλεσμα, όχι αφετηρία

Ο αρχιτέκτονας Μπερνάρ Τσουμί πιστεύει ότι τα κτίρια καθρεφτίζουν αυτό που είμαστε και διαμορφώνουν αυτό που θα γίνουμε

Συνέντευξη στον Χαρη φαν Φερσεντααλ (Καθημερινή 24/8/08)

Ο Μπερνάρ Τσουμί δεν εντοπίζεται εύκολα. Μπορεί να βρίσκεται στην Αθήνα, κάνοντας τις τελευταίες ρυθμίσεις στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης· στο Σάο Πάολο, επιβλέποντας την κατασκευή του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης· ή στη Δομινικανή Δημοκρατία, σχεδιάζοντας το Διεθνές Οικονομικό Κέντρο Αμερικής, γνωστό και ως «ελλειπτική πόλη». Ο Γαλλοελβετός αρχιτέκτονας μίλησε στην «Καθημερινή» από το γραφείο του στη Νέα Υόρκη για την ηθική των κτιρίων, το τέλος της ευρωπαϊκής πόλης και τις ενστάσεις κατά του μουσείου που ετοιμάζεται να φιλοξενήσει τους σημαντικότερους θησαυρούς της Ελλάδας. – Πριν από μερικούς μήνες, ο αρχιτέκτονας Daniel Libeskind δήλωσε ότι οι συνάδελφοί του θα έπρεπε να σκεφτούν διπλά προτού αναλάβουν κάποιο έργο στην Κίνα, προσθέτοντας πως δεν θα εργαζόταν «για ένα ολοκληρωτικό καθεστώς». Πιστεύετε πως η αρχιτεκτονική υπερβαίνει την πολιτική; – Το ζήτημα της σχέσης αρχιτεκτονικής και πολιτικής κρατάει από πολύ παλιά. Θα μπορούσες να είχες κάνει την ίδια ερώτηση πριν από 4.000 χρόνια, την εποχή των πυραμίδων στην Αίγυπτο. Η αρχιτεκτονική είναι κομμάτι της δομής εξουσίας. Ο αρχιτέκτονας μπορεί να συμφωνεί ή να μη συμφωνεί με αυτή αλλά πρέπει να πάρει θέση. Το Κολοσσαίο της Ρώμης δεν χτίστηκε από το πιο συμπαθητικό καθεστώς, αλλά αποτελεί ένα σημαντικό κτίριο που θεωρείται όμορφο ακόμα και σήμερα. Στάδια όπως αυτό στο Πεκίνο μπορεί να κατασκευάστηκαν από ένα καθεστώς με το οποίο διαφωνείς, αλλά με τον καιρό θα εκτιμηθούν. Το καθεστώς μπορεί να αλλάξει, αλλά το στάδιο θα είναι εκεί σε 20 χρόνια.

Υπάρχουν όρια –

Οπότε θεωρείτε πως η αρχιτεκτονική μπορεί να αποτελέσει όχημα κοινωνικής αλλαγής; – Απολύτως. Βέβαια υπάρχουν όρια. Μπορεί, για παράδειγμα, να σου ζητηθεί να σχεδιάσεις ένα κτίριο το οποίο θα χρησιμοποιηθεί ως όργανο καταπίεσης. Δεν θα το έκανα αυτό σε καμία χώρα. Θυμάμαι τους φίλους μου τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 που απέρριπταν προτάσεις στην Αμερική εξαιτίας του πολέμου στο Βιετνάμ. Είναι περίπλοκο θέμα. Γι’ αυτό και είμαι μάλλον σκεπτικός απέναντι στον Libeskind, βρίσκοντας τη θέση του υπερβολικά απλοϊκή. – Εχει ειπωθεί πως η κατασκευή ενός κτιρίου είναι κάπως σαν το γράψιμο. Κρατάμε ένα αρχείο αυτών που είναι σημαντικά για εμάς. Συμφωνείτε; – Οντως. Η μόνη διαφορά είναι ότι ως συγγραφέας η ευθύνη σου περιορίζεται στο κείμενο. Ως αρχιτέκτονας είσαι υπεύθυνος και για το κοινό καλό. Αυτό που χτίζεις έχει άμεσο αντίκτυπο στις ζωές των ανθρώπων, οπότε νομίζω πως η ευθύνη σου είναι μεγαλύτερη ως αρχιτέκτονα παρά ως συγγραφέα. – Εχετε πει πως απολαμβάνετε την «αποδόμηση» των μεγάλων έργων της αρχιτεκτονικής. Μπορείτε να διευκρινίσετε τη θέση σας; – Μιλάω θεωρητικά και δεν εννοώ φυσικά την κατεδάφιση κτιρίων. Η αποδόμηση είναι μια προσπάθεια κατανόησης του πώς αυτά έχουν φτιαχτεί και όχι απλά πώς δείχνουν. Μου αρέσουν οι μηχανισμοί της σκέψης και πώς αυτοί λειτουργούν κατά την κατασκευή ενός κτιρίου. Αυτή είναι η έννοια της «αποδόμησης». – Μπορείτε να δώσετε ένα παράδειγμα; – Αποδομώντας το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης βλέπει κανείς ότι αποτελείται από τρία τμήματα: Το πρώτο έχει να κάνει με την ανασκαφή. Ενα δεύτερο έχει να κάνει με τη γενική συλλογή, ενώ ένα τρίτο έχει άμεση σχέση με τον Παρθενώνα. Η σχέση μεταξύ των επιμέρους τμημάτων, ο τρόπος που είναι ανεξάρτητα και ταυτόχρονα τόσο στενά συνδεδεμένα, ο τρόπος που εκφράζεται στη δομή και στα υλικά – αυτό είναι μια μορφή αποδόμησης, ένας τρόπος σκέψης. Το συγκεκριμένο σχέδιο δεν θα μπορούσε να έχει συλληφθεί πριν από εκατό χρόνια. – Σας κατηγορούν ότι δίνετε προτεραιότητα στη φόρμα εις βάρος της λειτουργικότητας… – Δεν το νομίζω. Μπορεί κάποιοι να το ισχυρίζονται, αλλά δεν ισχύει. Πίσω στις μέρες της μεγάλης έκθεσης για την αρχιτεκτονική της αποδόμησης (Deconstructivist Architecture) στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, πριν από 20 χρόνια, κάποιοι «είδαν» επτά αρχιτέκτονες οι οποίοι δούλευαν τη φόρμα. Αυτό που με απασχολούσε στην πραγματικότητα ήταν το κόνσεπτ και οι ιδέες. Η φόρμα είναι πάντοτε το αποτέλεσμα και ποτέ η αφετηρία. – Νομίζετε ότι τα κτίρια μιλούν γι’ αυτό που είμαστε ή γι’ αυτό που θα θέλαμε να είμαστε; – Καλή ερώτηση. Θα έλεγα και τα δύο. Καθρεφτίζουν αυτό που είμαστε και διαμορφώνουν αυτό που θα γίνουμε. Ενας καλός αρχιτέκτονας είναι ένας πολύ φιλόδοξος αρχιτέκτονας.

Το Crystal Palace –

Ενα κτίριο που θα θέλατε να έχετε σχεδιάσει; – Είναι πολλά οπότε είναι δύσκολο να πω. Θα αναφέρω δύο, ώστε να δημιουργήσω μια ένταση ανάμεσά τους. Το ένα θα ήταν ένα πολύ μικρό χωριό στα χωράφια της Προβάνς και το άλλο θα ήταν η επιτομή μιας εποχής, όπως το Crystal Palace του Λονδίνου. Με άλλα λόγια, το πιο μοντέρνο της εποχής του απέναντι σε αυτό που εγώ αποκαλώ «αρχιτεκτονική χωρίς αρχιτέκτονα». Παραδόξως και τα δύο κτίρια που ανέφερα δεν σχεδιάστηκαν από αρχιτέκτονες. Το Crystal Palace σχεδιάστηκε από έναν κηπουρό. Εναν κηπουρό που κατασκεύαζε θερμοκήπια.

Εχει δυναμική το νέο Μουσείο της Ακρόπολης –

Κάποιοι λένε πως το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης είναι υπερβολικά μεγάλο και υπερβολικά μοντέρνο. Πώς απαντάτε σε αυτό; – Υπερβολικά μεγάλο δεν μπορεί να είναι αφού η αφετηρία του σχεδίου είναι ο ίδιος ο Παρθενώνας. Η γυάλινη αίθουσα στην κορυφή του κτιρίου έχει σχεδόν το μέγεθος του Παρθενώνα. Οσο για το υπερβολικά μοντέρνο… Δεν σκέφτομαι με όρους «αρχαίο» και «κλασικό». Δεν είμαστε στο 500 π.Χ. και δεν είμαστε στον 19ο αιώνα. Πρέπει να κάνεις ένα κτίριο με τον τρόπο που το έκαναν οι αρχαίοι Ελληνες όταν με εξαιρετική καθαρότητα κατασκεύασαν την Ακρόπολη. Επρεπε να τοποθετήσω τον εαυτό μου στον 21ο αιώνα και να σχεδιάσω ένα κτίριο που θα μιλάει καλύτερα γι’ αυτό που είμαστε σήμερα. Στην περίπτωσή μου αυτό σήμαινε να μην καταφύγω τόσο σε φόρμες αλλά σε κόνσεπτ και ιδέες. Επρεπε να είναι λίγο σαν θεώρημα. Ετσι είχα στο μυαλό μου περισσότερο τον Πυθαγόρα παρά τον Φειδία. Δεν νομίζω ότι το κτίριο έχει κάποιο συγκεκριμένο στυλ. – Υπάρχει πάντως αρκετή ένταση στο σχέδιο… – Ελπίζω πως υπάρχει. Το γεγονός ότι έχεις ένα κομμάτι που αναφέρεται στην ανασκαφή και ένα που αναφέρεται στον Παρθενώνα, προσφέρει κάποια δυναμική στο κτίριο. Δεν ήθελα ένα στατικό κτίριο. Πρέπει να έχει κάποιον δυναμισμό. Συνεπώς αντί για «ένταση» θα χρησιμοποιούσα τον όρο «δυναμική». Ακόμα και όταν εισέρχεσαι στο μουσείο διασχίζοντας τη γυάλινη ράμπα και ύστερα τον χώρο με τις κολόνες μέχρι να ανέβεις στην Αίθουσα του Παρθενώνα, η ιδέα ήταν ότι θα βιώνεις κάτι σαν κινηματογραφική αλληλουχία. – Σας είχαν υποσχεθεί ότι τα δύο κτίρια επί της Διονυσίου Αρεοπαγίτου θα κατεδαφίζονταν; – Δεν νομίζω ότι είχε γίνει κάποια συζήτηση για το αν θα κατεδαφίζονταν ή όχι. Δεν ειπώθηκε στη συζήτησή μας, είτε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. -Υποθέτω πως σας είπαν ότι η ευρύτερη περιοχή θα αναβαθμιζόταν; – Ηταν ξεκάθαρο όταν σχεδιάζαμε το κτίριο πως κανείς δεν γνώριζε αν τα κτίρια γύρω από το μουσείο θα έμεναν ή όχι – και εννοώ όλα τα κτίρια, όχι μόνα αυτά τα δύο. Υπήρχε ένα ερώτημα. Οπότε το μουσείο σχεδιάστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε όλα τα κτίρια γύρω να μην αποτελούν εμπόδιο ακόμα και αν έμεναν στη θέση τους. Το ζήτημα δεν έχει να κάνει τόσο με το αν είχε προγραμματιστεί η κατεδάφισή τους ή όχι. Ο σχεδιασμός του κτιρίου μάς επέτρεπε να προχωρήσουμε στην κατασκευή του, ακόμα και αν υπήρχαν νομικά προβλήματα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το να μείνουν όλα γύρω είναι απαραίτητα καλό για το μουσείο. Επί της οδού Χατζηχρήστου, για παράδειγμα, δεν γνωρίζαμε αν όλα τα κτίρια θα κατεδαφίζονταν ή όχι, εξαιτίας νομικών ζητημάτων. Αλλά αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί σε οποιαδήποτε χώρα.

Η Αθήνα και οι διαφημιστικές πινακίδες –

Ας μιλήσουμε λίγο για την Αθήνα. Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το ισχυρότερο χαρτί και ποια η μεγαλύτερη αδυναμία της πόλης; – Η πόλη είναι πολύ καλύτερη απ’ ό,τι ο κόσμος συνηθίζει να λέει. Το γενικότερο σχέδιο, η οργάνωση, οι δρόμοι. Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος δεν το «βλέπει». Από την άλλη, σπάνια έχω δει πόλη όπου οι διαφημιστικές πινακίδες έχουν τέτοιο παραμορφωτικό αποτέλεσμα. Φαίνεται σαν να μην υπάρχουν νόμοι και κανόνες. Οι περισσότερες πόλεις, το Παρίσι ή η Νέα Υόρκη, έχουν ξεκάθαρη άποψη για τη χρήση διαφημιστικών πινακίδων. – Μπορεί μια άσχημη πόλη να έχει χαρακτήρα; – Τι είναι άσχημο; Το Παρίσι είναι πολύ ομοιογενές. Τα κτίρια στο κέντρο του Παρισιού δεν μπορούν να ξεπερνούν τα 25 μέτρα. Η Νέα Υόρκη, από την άλλη, είναι πολύ ετερογενής. Δεν υπάρχει απαραίτητα συνοχή, και όμως αυτό βγάζει κάποια δύναμη. Η ομορφιά είναι σχετική. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η καθημερινότητα της πόλης, πώς χρησιμοποιείται, αν προωθεί την κοινωνική επαφή, την κατανόηση μεταξύ των ατόμων. Μερικές πόλεις είναι εξαιρετικά αλλοτριωτικές. Δεν θα το έκρινα από αισθητική άποψη. Οπως με τη φόρμα και τη λειτουργικότητα. Δεν μπορείς να απομονώσεις το ένα από το άλλο. – Αναφέρεστε στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη. Αν το Παρίσι ήταν η πόλη του 19ου αιώνα και η Νέα Υόρκη η πόλη του 20ού, ποια είναι για σας η πόλη του 21ου αιώνα; – Είναι λίγο νωρίς για να πει κανείς. Μάλλον δεν θα μπορούσα να επιλέξω ΤΗΝ πόλη του 21ου αιώνα. Πιστεύω ότι θα δούμε έναν τελείως διαφορετικό τύπο πόλης. Το αποκαλώ «εξειδίκευση» των πόλεων. Κάποιες πόλεις θα επιλέξουν να διατηρήσουν τον ιστορικό τους χαρακτήρα στο κέντρο ενώ στην περιφέρεια θα είναι τελείως καινούργιες. Αλλες πόλεις χτίζονται από το μηδέν. Αυτή τη στιγμή σχεδιάζουμε μια πόλη 40.000 κατοίκων στη Δομινικανή Δημοκρατία. Δεν θα μοιάζει με τίποτα που έχει γίνει μέχρι σήμερα. Κάποιες πόλεις που χτίζονται στο Αμπού Ντάμπι ή στο Ντουμπάι στη Μέση Ανατολή είναι τελείως διαφορετικές. Θα είναι σαν νησιά τελείως διαφορετικά το ένα από το άλλο, σε αντίθεση με τις πόλεις του 19ου αιώνα που ήταν πάνω-κάτω οι ίδιες, είτε μιλάμε για το Παρίσι, τη Βιέννη ή το Λονδίνο. Οσο διαφορετικές και να είναι, έχουν πάρα πολλά κοινά. Πιστεύω πως θα δούμε πόλεις με διαφορετικούς χαρακτήρες, κάτι σαν θεματικές πόλεις ας πούμε.

Επιρροές από Ζακ Ντεριντά

Ο Μπερνάρ Τσουμί, 64, είναι αρχιτέκτονας και εκπαιδευτικός. Γεννημένος στη Λωζάννη, σπούδασε στο Παρίσι και στη Ζυρίχη όπου πήρε και το δίπλωμά του στην αρχιτεκτονική. Οι μετοχές του εκτοξεύτηκαν το 1982, όταν κέρδισε τον διαγωνισμό για τη διαμόρφωση του Parc de la Villette, μια έκταση στο βορειοανατολικό Παρίσι, με ένα αντισυμβατικό αν και αμφιλεγόμενο σχέδιο. Ο Τσουμί διετέλεσε κοσμήτορας στο τμήμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο του Κολούμπια στη Νέα Υόρκη από το 1988 μέχρι το 2003. Εχει συγγράψει σειρά βιβλίων πάνω στην αρχιτεκτονική θεωρία. Η επιρροή του από τις θεωρίες του Ζακ Ντεριντά περί αποδόμησης έχει συχνά προκαλέσει κριτικά σχόλια αρχιτεκτόνων και θεωρητικών, που απορρίπτουν τις ιδέες του ως ασαφείς και εξεζητημένες. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του είναι το Μέγαρο Μουσικής στη Λιμόζ (2007), ο Μπλε Πύργος στη Νέα Υόρκη (2007) και τα κεντρικά γραφεία της Vacheron- Constantin στη Γενεύη (2004).

ΣXETIKA ΘEMATA «Πώς σχεδίασα το Μουσείο Ακρόπολης»_(…ΠOΛITIΣMOΣ…)

Advertisements

Written by dds2

Νοέμβριος 6, 2009 στις 3:18 μμ

Αναρτήθηκε στις Uncategorized

Tagged with ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: